«Οπού του μέλλει να πνιγεί ποτέ του δεν πεθαίνει», λέει ο λαός μας, αλλά για τον Αναστάσιον Τσαμαδόν, δεν είχε προβλέψει έτσι η μοίρα. Οπότε ο Ναυμάχος δεν επρόκειτο να πνιγεί κι έτσι απέθανεν στην ξηράν. Γεννήθηκε στην Ύδραν το 1774 και απέθανε στην Σφακτηρίαν το 1825.Ήταν ναυτικός και μάλιστα έμπορος. Ατρόμητος στην θάλασσαν. Από το εμπόριον επλούτισε και κατασκεύασε στην Βενετίαν το θρυλικόν βρίκι «ΆΡΗΣ» ( για τον θεόν του πολέμου) στο οποίον είχε δώσει και την ναυπηγηγήν του τέχνην. Ήταν σκάφος 346 τόννων με δύο ιστούς. Από τα ολίγα μεγάλα της Επαναστάσεως. Τα λοιπά ήσαν 40 – 200 τόννων . Όλα αυτά έδωσαν νικηφόρες ναυμαχίες κατά των τεραστίων σε όγκον οθωμανικών και οθωμανοαιγυπτιακών πολεμικών, τα οποία όπως αναφέρει ο Σπυρίδων Τρικούπης ομοίαζαν με «κινητά βουνά»!!!!!!!!!

Μόλις κηρύχθηκε η Επανάσταση κατά των οθωμανών τυράννων, το μετέτρεψε σε πολεμικόν και τοποθέτησε σ΄ αυτό κανόνια. Ετέθη υπό τις οδηγίες του Ιακώβου (Γιακουμάκη ) Τομπάζη και αργότερα του Μιαούλη και, στις 5 Μαΐου 1821 επικεφαλής επτά Υδραίικων πλοίων εισήλθε στον Παγασητικόν κόλπον, προσωρμίσθη στα Λεχώνια και δύο ημέρες μετά ύψωσε την σημαίαν της Επαναστάσεως στις Μηλιές. Ακολούθως έφυγε προς Αιγαίον, όπου στις 27 Μαΐου έλαβε μέρος στην πυρπόληση τουρκικού δικρότου στην Ερεσσόν. Τον Φεβρουάριον του 1822 έλαβε μέρος στην ναυμαχίαν των Πατρών με το πλοίον του «Αγαμέμνων». Σε όλες τις ναυμαχίες του Ελληνικού στόλου ήταν παρών και με θαυμαστές αποδόσεις. Η φουρτουνιασμένη θάλασσα ουδέποτε τον επτόησε.

Ο θάνατός του

Ο Τσαμαδός με το πολεμικόν «ΑΡΗΣ» είχε καταφθάσει στο Νεόκαστρον Μεσσηνίας προκειμένου να εφοδιάσει με τροφές και πολεμοφόδια το φρούριον εν όψει της επικειμένης εφόδου των αιγυπτιωτών υπό τον Ιμπραήμην. Αποβίβασε τα φορτία και βγήκε στην ξηράν συναντήσας τον Μαυροκορδάτον και απεφάσισαν να συμπρογευματίσουν και ακολούθως να μεταβούν στην νησίδα Σφακτηρίαν προς επιθεώρηση των εκεί προς άμυναν δυνάμεων. Όμως επειδή «μεταξύ χειλέων και κύλικος πολλά πέλει» δεν πρόφθασαν να γευματίσουν γιατί ο εχθρικός στόλος έκαμε την εμφάνισή του και αμέσως έφυγαν για την Σφακτηρίαν προς ενδυνάμωση των αμυνομένων του φρουρίου. Απέβησαν και ο Μακρυγιάννης, ο Σπύρος Σαχίνης και ο Δημήτριος Σαχτούρης με αρκετούς ναύτες, ως και ο Τσαμαδός βαδίσας προς το νότιον μέρος της Σφακτηρίας και ο Μαυροκορδάτος, κατευθυνθείς προς τα βόρεια, Δυστυχώς από τα αιγυπτιακά πλοία κατερρίφθησαν λέμβοι, επληρώθησαν στρατιωτών και άρχισε ανηλεής αλλά και άνισος ποσοτικός πόλεμος. Οι φρουρούντες την Σφακτηρίαν αντελήφθησαν ότι «δεν έπρεπε να προσπαθώσιν εις νίκην αλλά εις σωτηρίαν». Κατέβηκαν στην παραλίαν και άλλοι εμβάντες σε λέμβους, άλλοι κολυμβώντες, άλλοι βαδίζοντες τα ρηχά νερά προς την ακτήν, άλλοι κρυφθέντες στας τρώγλας της νησίδος προσεπάθουν να διασωθούν. Ο Μαυροκορδάτος έτρεχε προς την θάλασσαν όπου ήτο η λέμβος του «ΑΡΕΩΣ» αναμένουσαν να λάβει τον Τσαμαδόν και αυτόν. Ο τόπος προς την θάλασσαν είναι απότομος και ο Μαυροκορδάτος εκινδύνευσε να συλληφθεί υπό των εχθρών ερχομένων οπίσω του ενώ εκινείτο αργά ως βραδύπους! Κατά καλήν του τύχην συνήντησε καθ’ οδόν δύο στρατιώτες του « και χειροκρατηθείς έφθασε σώος εις το παράλιον και μετεκομίσθη ασφαλώς εις το πλοίον» όπως παραστατικώς αναφέρει ο Τρικούπης. Η δε λέμβος έσπευσε δρομέως οπίσω στην παραλίαν της Σφακτηρίας για να παραλάβει και τον Τσαμαδόν. Αλλ’ ο Τσαμαδός ουδαμού εφαίνετο! Οι αιγύπτιοι ετυφέκιζον συνεχώς. Ο κίνδυνος ήτο μέγας. Ακούσθηκε και η φωνή ότι ο Τσαμαδός εφονεύθη και η λέμβος του παρέλαβε όσους ηδύνατο και επέστρεψε στο πλοίον. Δυστυχώς εφονεύθησαν ο Σαχίνης, ο Αναγνωσταράς και ο Μέγας Φιλέλλην Σαντόρε ντι Σανταρόζα την μαύρην αυτήν ημέραν της 8ης Μαΐου 1825. Άδικοι θάνατοι μεγάλων οπλαρχηγών και διαλύσεως της φρουράς της Σφακτηρίας χωρίς την γνωστήν και γενναίαν άμυναν των υποστηρικτών.

Δεινά στο «ΑΡΗΣ» κατά την αναχώρηση

Τα Ελληνικά πλοία μετά την παραλαβήν των καταδιωκομένων έφυγαν αμέσως, το δε «ΑΡΗΣ» εβράδυνεν μη τυχόν και βρεθεί ο ιδιοκτήτης του Τσαμαδός και ότι η φωνή που ηκούσθη ότι απέθανε ήτο λανθασμένη! Εις μάτην. Ήτο αληθής!!!

Το πλοίον έπρεπε να εξέλθει του λιμένος και οι απόψεις χωρίσθηκαν. Οι μεν εφρόνουν ότι ο έκπλους πρέπει να γίνει παραλιακώς, προς αποφυγήν των πυρών των εχθρικών πλοίων τα οποία ογκώδη ως ήσαν δεν θα μπορούσαν να πλησιάσουν την ακτήν καθότι τα νερά είναι αβαθή και το «ΑΡΗΣ» θα ήτο στο απυρόβλητον. Η εταίρα άποψη του αναλαβόντος την πλοιαρχίαν του πλοίου Δημητρίου Βώκου, ως και του Σαχτούρη ήθελαν να απομακρυνθούν και να κατευθυνθούν προς το στόμιον του λιμένος μη τυχόν και σταματήσει ο πνέων ευνοϊκός άνεμος, όποτε θα πέσουν στα χέρια των πολυαρίθμων εχθρών οι οποίοι θα το πυροβολούν εκ της ακτής. Εγένετο σφοδρά συζήτηση και ενίκησε η δευτέρα άποψη ήτις και απεδείχθη σωτήριος διότι ο άνεμος μετ΄ ολίγον εξέπνευσε!!!!!΄Ηραν την άγκυραν οι ναύτες και ήνοιξαν πανιά προς έκπλουν αναμέσου εχθρικού στόλου. Ταυτοχρόνως και για να κάμουν την προσευχήν τους στην δυσκολοτάτην αυτήν στιγμήν, ανέβασαν στο κατάστρωμα εκ του εικονοστασίου του πλοίου την εικόνα της Θεοτόκου την απέθεσαν στο κέντρον και είς ιερεύς διασωθείς εξ όσων παρέλαβε το «ΑΡΗΣ» έψαλε την παράκληση εις επήκοον πάντων, οι σε ναύτες εκύκλωσαν την εικόνα, την ησπάζοντο και κατέθεταν έκαστος ό,τι προηρείτο επί τω τέλει να την επιχρυσώσωσι, όταν έχουν απαλλαγει του προφανεστάτου κινδύνου!

«Εις δε των ναυτών», όπως αναφέρει ο Τρικούπης, «προσφέρων και αυτός τον οβολόν του, προσήλωσε τους οφθαλμούς εις την εικόνα και είπε μεγαλοφώνως».

Παναγία μου, αν δεν μας σώσεις, θα χαθείς και συ.

Μετά δε την παράκληση ο μεν ιερεύς δεν έπαυσε προσευχόμενος καθ΄ όλον το διάστημα του κινδύνου οι δε ναύτες ασπασθέντες αλλήλους τον τελευταίον ασπασμόν είπαν «καλήν αντάμωσιν εις τον άδην» και κατέλαβαν τις θέσεις τους γεμάτοι θάρρος υπό τις συνεχείς και συνετές οδηγίες του πλοιάρχου Βώκου ο οποίος ευρίσκετο αφόβως στην Γέφυραν (Στέγην την αποκαλεί ο Τρικούπης) και ενεψύχωνε το πλήρωμα, καθώς επίσης και ο γενναίος Σαχτούρης, με τις σοφές οδηγίες του.

Αποτροπή επικίνδυνης παράνοιας

Και αυτά που εφοβούντο μη πάθουν από τον εχθρόν, ολίγου δει και θα τα επάθαιναν από φίλιο χέρι! Ναυτόπαις του πλοίου ήτο αδύνατον να εννοήσει τον χαμόν του Μεγάλου αφεντικού του, ήτο απαρηγόρητον για την αδόκητην απώλειαν του γενναίου Πλοιάρχου του, κατέβη στο εικονοστάσιον, άρπαξε την αναμμένην έμπροσθεν των εικόνων κανδήλαν και έτρεχε δρομέως προς την πυριτιδαποθήκην φωνάζον πλήρης απογοητεύσεως!

Τι την θέλομεν την ζωήν αφού εχάθη ο Πλοίαρχός μας;;;

Αμέσως οι ναύτες έσπευσαν, τον συνέλαβον και απέφυγαν το ολοκαύτωμα, τον κατέβασαν δε στο μπαλαούρο! (Στην ναυτικήν ορολογίαν μικρόν δωμάτιον εν είδει πηγαδιού του οποίου το σκέπασμα κλείνει και ανοίγει μόνον έξωθεν. Δεν έχει δε οπές αερισμού!).

Ο έκπλους και το περικύκλωμα του «ΑΡΗ» εκ σμήνους εχθρικών

Μετά από αυτά που συνέβησαν όταν το πλοίον ευρίσκετο εντός του Λιμένος κινούμενον προς την έξοδον, έφθασε στο στόμιον μάλλον του Άδου παρά του λιμένος!!! Αμέσως περιεκυκλώθη από μίαν φρεγάταν, μίαν κορβέταν και τρία βρίκια (βαρέως οπλισμένα εχθρικά πλοία) και εκανονοβολείτο αγρίως έμπροσθεν, όπισθεν, αριστερά και δεξιά!!! Ανταπέδιδε και το «ΑΡΗΣ» ακαταπαύστως τα πυρά, αμυνόμενον γενναίως, επροχώρει και παθόν τα πάνδεινα απέφυγεν τον κίνδυνον εκ των πέντε αυτών εχθρικών πλοίων, αλλά έπεσε μετ΄ ολίγον στο μέσον πολλών άλλων!!! Τρεις ώρες αμύνετο γενναίως εναντίον σμήνους εχθρικών κανονοβολούντων λυσσωδώς αυτό, με αποτέλεσμα αυτή η τρομερά και άνισος πάλη να επιφέρει λειτουργικά τραύματα στο πλοίον. Ο Τρικούπης είναι παραστατικός « η τρομερά αυτή πάλη του αφήρεσεν ολόκληρον τον επίδρομον (σ.σ. επίδρομος = το τραπεζοειδές ιστίον προς το μέρος της πρύμνης, μπούμα), κατετρύπησε τα πανιά του, κατεσυνέτριψε το πηδάλιόν του και κατέκοψε τα σχοινία του. οι δε ναύται περιφερόμενοι επί του καταστρώματος, επάτουν επί των πεπυρωμένων μύδρων και βολίων των αδιακόπως εκ των εχθρικών πλοίων βροχηδόν ριπτομένων και εις όλον το κατάστρωμα του Άρεως διεσπαρμένων». Κατάσταση φρικιαστική μη απαντωμένη ούτε σε όνειρα! Και οι εύτολμοι και εύψυχοι ναύτες ημύνοντο, ως να μη διέβλεπον τον επερχόμενον όλεθρον.

Και ως να μη έφθαναν αυτά, το κατεστραμένον πλοίον πλησίασε « σε βολήν πιστόλας», ένα δικάταρτον με ευρωπαίους ναύτες και αιγυπτίους στρατιώτες οι δε εν αυτώ ητοιμάζοντον να επέμβουν στο «ΑΡΗΣ». Οι υπεύθυνοι του πλοίου αντιληφθέντες τον νέον ολοκληρωτικόν κίνδυνον ελαύνοντα αφεύκτως, προέβησαν στο κάτωθι διάβημα. Κάλεσαν δύο γέροντες ναυτικούς ευρισκομένους μαζύ τους, «να έχουν έτοιμους τας πιστόλας» να πυρπολήσουν την πυριτοθήκην μόλις οι εχθροί επάτουν το πλοίον. Οι εν τω εχθρικόν ιδόντες τις κινήσεις, εμάντευσαν ίσως την πρόθεση των Ελλήνων. Η πράξη αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα να καούν και οι ίδιοι κάτι που δεν ήθελαν φυσικά και απεχώρησαν, απαλλαγέντος του «ΑΡΕΩΣ» από τον νέον μέγαν κίνδυνον. Εν τω μεταξύ άρχισε να νυκτώνει και άγνωστον πως, ανεφλέγη εχθρικόν πλοίον γεγονός που προκάλεσε ταραχήν στα λοιπά εχθρικά πλοία και το «ΑΡΗΣ» δραττόμενον της ανελπίστου και θεηλάτου αυτής ευκαιρίας διέφυγε ως εκ θαύματος τον κίνδυνον!!!!

Αναπόφευκτες επισημάνσεις

Τα Ελληνικά πλοία εμπορικά ή πολεμικά είχαν πάντα θέση εικονοστασίου με ακοίμητην κανδύλαν. Πως διετηρείτο στις θαλασσοταραχές; Και ο Μιαούλης με τον Σταυρόν στο χέρι εφόρμα.
Ο ναύτης που «απείλησε» την Παναγίαν ότι θα χαθεί κι εκείνη αν δεν τους βοηθήσει, δεν ήταν άπιστος αλλά αγράμματος! Παρά την αγραμματωσύνην του όμως ήταν ναύτης γενναίος και γνώριζε πολλά μυστικά της ναυτοσύνης. Κάτι ανάλογον με αγραμμάτους φαντάρους το 1940 που τους είπαν ότι οι στύλοι του ΟΤΕ είναι ξερά δένδρα και θέλουν πότισμα, αλλά στον πόλεμον αυτοί απεδεδείχθησαν γίγαντες.
Ο Βώκος ως πλοίαρχος μετά τον θάνατον του Τσαμαδού, μπορούσε να κινήσει το πλοίον χωρίς την γνώμην άλλων. όμως έθεσε σε κοινή συζήτησε ένα τόσον σοβαρόν θέμα.
Οι γέροντες που αναφέρεται ότι ευρίσκοντο στο πολεμικόν «ΑΡΗΣ» δεν ήσαν άνευ ουσίας. Ήταν η ναυτική πείρα η μη διδαχθείσα σε σχολήν αλλά στην μάχη με τους κινδύνους των μανιασμένων κυμάτων.
Η απόβαση στην νησίδα Σφακτηρίαν τιτλούχων χωρίς να ευρίσκονται εντός φρουρίου ήταν ατυχής. Σκοτώθηκαν παράγοντες του Αγώνα άνευ λόγου.
Ο θάνατος του Αναστασίου Τσαμαδού ήταν αδικαιολόγητος, άδικος, αλλά και άκαιρος. Ο χώρος που έδιδε νικηφόρες ναυμαχίες και έκανε την Ελλάδα υπερήφανη αλλά και ταπείνωνε τον εχθρόν ήταν η θάλασσα. Πάνω στην Σφακτηρίαν που δεν υπήρχε λόγος να ανεβεί ή εδέχθη αδέσποτον βόλι ή σκοτώθηκε στα βράχια κατόπιν ολισθήματος!!! Τον έξοχον Ναυτικόν, τον έντιμον μαχητήν, τον αγνόν πολεμιστήν και προσφέροντα τα πλοία του, την περιουσίαν του στον Αγώνα ως και τον ίδιον τον εαυτόν του, η τότε Κυβέρνηση τον ανακήρυξε Ναύαρχον!

Εμείς πως τον αντιμετωπίζομεν σήμερα εν τω επετειακώ έτει!!!!