Είχαμε στα σκαριά το ντοκιμαντέρ με τίτλο ‘’Το Πολιτιστικό Έγκλημα της Χούντας’’ ήταν επετειακό των 30 χρόνων από την 21 Απριλίου 1967. Είχαμε πάρει τις ανάλογες εγκρίσεις από την ΕΡΤ και είχαμε βάλει μπρος τις μηχανές για τις συνεννοήσεις, την απόκτηση υλικού,  των γυρισμάτων. Σ’ αυτήν την προσπάθεια μας βοηθούνε ο Νίκος ο Κούνδουρος ο οποίος θα ήταν και ένας από τους συνεντευξιαζόμενους. 

-Το ξέρεις το σπίτι του σίγουρα; μου είπε ο Νίκος ανήσυχος 

-Μένω από κάτω στη Ζαχαρίτσα σου λέω.

-10 η ώρα πρέπει να είσαι εκεί. Πήγαινε μόνος δεν χρειάζεσαι παρέα ε; κάνε τις συνεννοήσεις και την Τρίτη παίρνεις το συνεργείο και πάτε για γύρισμα, εντάξει;

-Έγινε, του είπα και σημείωσα κάτι στο ημερολόγιό μου.

-Με τον Μαρωνίτη το γύρισμα πότε το ‘χεις.

-Αύριο 11.30 στο ΕΑΤ-ΕΣΑ.

-Καλά αν δεν μπλέξω στην Εταιρεία με τους μουρλοσκηνοθέτες, τότε ήταν πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών, μπορεί να περάσω από κει, είπε, και ξεμάκρυνε σε κάποιο διπλανό γραφείο.

Τι δέκα και κουραφέξαλα, 9.30 ώρα ήμουν έξω από το σπίτι του Μίκη, τόσο χαρούμενος που θα τον γνώριζα από κοντά, αλλά και τόσο αγχωμένος. Πως θα στεκόμουν μπροστά του, τι θα του έλεγα, πως θα φερόμουν. Μπορεί να είχα φτάσει από τις 9.30 αλλά βέβαια δεν το χα σκοπό να χτυπήσω την πόρτα του πριν τα σήμαντρα του κόσμου ηχήσουν 10 ακριβώς.

Χάζευα το όμορφο λευκό κτήριο, που ο καθένας καταλάβαινε, πως θα είχε υπέροχη θέα προς την Ακρόπολη, τον λόφο του Φιλοπάππου, μέχρι κάτω στον Πειραιά θα έβλεπε κανείς, σκεφτόμουν.

Χτύπησα το κουδούνι ακριβώς και μία πολύ ευγενική κυρία με συνόδευσε σε ένα γραφείο καθιστικό ή καθιστικό γραφείο δεν κατάλαβα ακριβώς και έβαλε να καθίσω αφού με ρώτησε τι να μου φέρει. 

Δεν πέρασε  πολλή ώρα και πριν προλάβω να ‘’εξετάσω’’ το χώρο, η πόρτα του δωματίου γέμισε από τον Μίκη. Σηκώθηκα, ήρθε κοντά μου έσφιξε το χέρι λέγοντας διάφορα, ενώ γελούσε κι ενώ ήμουν τόσο αγχωμένος δεν καταλάβαινα τίποτα.

Κάθισε στο γραφείο και ακουμπώντας την καρέκλα του μου είπε. 

-Εδώ δεν είναι καλά για τη συνέντευξη;

-Ναι πως, είπα, πολύ καλά.

-Ο Νίκος με πρωτόβαλε εδώ για συνέντευξη κι από τότε τις κάνουμε όλες σ’ αυτό το σημείο, έχει και καλό φως όπως μου έχουν πει οι ειδήμονες, είπε και γέλασε τρανταχτά, Άγγλοι, Γάλλοι Πορτογάλοι σ’ αυτό το γραφείο με στήνουν, ολοκλήρωσε τη φράση του.

Του είπα κάτι τελείως τεχνικά για την συνέντευξη κι αυτό ήταν, ο Μίκης άρχισε να μιλάει να κουνάει το κεφάλι, να περιστρέφει τα μάτια, να απλώνει  τα χέρια λες και είχε μπροστά του ολόκληρη ορχήστρα ή ένα ογκώδες πλήθος. Τι ογκώδες και τι πλήθος που εγώ είχα ο καημένος ζαρώσει στη γωνιά του καναπέ κι άκουγα άναυδος, σιωπηλός, μαγεμένος.

‘’Το λαϊκό τραγούδι ξεκινά βασικά από δυνατές ρίζες. Είναι η βυζαντινή μουσική και το δημοτικό τραγούδι. 

Μέσα όμως από τη μάζα των λαϊκών τραγουδιών είδαμε για πρώτη φορά να ξεπετιέται το ελληνικό τραγούδι, και αυτή τη στιγμή μπορούμε να πούμε ότι ο ελληνικός λαός χάρη σε πέντε-έξι λαϊκούς βάρδους ξανάπιασε το νήμα του δικού του τραγουδιού, και συνέχισε.

Πώς γνωρίζουμε το ελληνικό τραγούδι; Μουσικολογικά, από τα βασικά στοιχεία που το συνθέτουν: τη μελωδική του γραμμή, τον ρυθμό και την αρμονία. Υπάρχει ακόμα το ήθος και ο χαρακτήρας του ποιητικού κειμένου, ο γνήσια νεοελληνικός τρόπος της ερμηνείας του και η τέχνη της συνοδείας, που είναι συνδεδεμένη με το μπουζούκι. Το όργανο αυτό, το αποκλειστικά ελληνικό, αφού κεντήσει την εισαγωγή, στη συνέχεια σχολιάζει διαλογικά τη μελωδική του γραμμή, ώστε κάθε τραγούδι να είναι ένας πλήρης κύκλος, όπου μια ιστορία σχεδιάζεται, διαγράφεται, ολοκληρώνεται με σαφείς αισθητικούς νόμους, που έχουν τη ρίζα τους στην αρχή κάθε έντεχνου μουσικού έργου, την «ερώτηση-απάντηση», δηλαδή τη σύνθεση των αντιθέσεων που είναι ο πρώτος νόμος της φούγκας και της σονάτας.

Το γνήσιο και ολοκληρωμένο ελληνικό τραγούδι είναι ισάξιο σε σημασία και δυναμικό απόθεμα με τα ενδοξότερα γερμανικά λίντερ, τις σημαντικότερες ιταλικές άριες, τις βαθύτερες μελωδίες της ρωσικής σχολής.’’

Μιλούσε ασταμάτητα, κρατούσα σημειώσεις, αλλά  δεν μπορούσα να σταυρώσω λέξη. Ήθελα να του πω, πως έφηβος στο γήπεδο της Παναχαϊκής, ούρλιαζα στις συναυλίες του, γιατί αφού δεν μπορούσα να τον φτάσω με τίποτ’ άλλο, προσπαθούσα να τον φτάσω με τις ιαχές μου, και ακόμα ήθελα να του πω πως ένα βράδυ ξύπνησα δακρυσμένος ακούγοντας το ‘’Γιώργο κρατιέμαι από ένα λουλούδι’’ από τον ‘’ Ήλιο και Χρόνο’’ του με τον Α. Καλογιάννη και ήθελα ακόμα να του πω ήμουν τόσο χαρούμενος, περήφανος και αγχωμένος που γνώρισα έναν σπουδαίο Έλληνα. Δεν είπα τίποτα, ούτε κατ ελάχιστο εκμεταλλεύτηκα την γλυκιά τύχη να βρίσκομαι κοντά του, ούτε και αξιοποίησα στο ελάχιστο τον μπόλικο χρόνο που μου δόθηκε μαζί του.

Καθώς κατέβαινα τα σκαλιά ‘’στο γύρισμα θα τα πάω καλύτερα’’ σκέφτηκα για να δικαιολογηθώ στον εαυτό μου, που με κοίταζε περιφρονητικά.