Η δερματοστιξία (τατουάζ) και οι οπές από διάτρηση προσώπου και σώματος (piercing) συνιστούν αδιαμφισβήτητα σημείο των καιρών, μέσα έκφρασης του ατόμου και προεκτάσεις του θεμελιώδους δικαιώματος της ελέυθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Ωστόσο, τα ανωτέρω δημιουργούν συνάμα πεδίο προβληματισμού, όταν ομιλούμε για την εμφάνιση στον εργασιακό χώρο και δη σε νευραλγικές θέσεις του Δημοσίου Τομέα, όπως των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης έχει δημιουργήσει η σχετικά πρόσφατη, υπ’αρ. πρωτ. : 2421.1/32254/21 από 10-05-2021, Προκήρυξη Διαγωνισμού για την εισαγωγή ιδιωτών στις Σχολές Δοκίμων Σημαιοφόρων Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ. και Δοκίμων Λιμενοφυλάκων για το ακαδημαϊκό έτος 2021-2022, με το σύστημα των Πανελλαδικών Εξετάσεων, σύμφωνα με την οποία δερματοστιξία (τατουάζ) ή οπές από διάτρηση σώματος (piercing) γεννούν λόγω ανάκλησης της πράξης κατάταξης επιτυχόντων υποψηφίων.

Συγκερκιμένα, μεταξύ των προσόντων εισαγωγής, προϋποθέσεων και κωλυμάτων κατάταξης υποψηφίων αναφέρεται ρητώς ότι οι ιδιώτες υποψήφιοι (άνδρες και γυναίκες) για εισαγωγή στις Σχολές Δοκίμων Σημαιοφόρων Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. και Δοκίμων Λιμενοφυλάκων με το σύστημα των εξετάσεων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων σε πανελλαδικό επίπεδο, οφείλουν:

«[…] ιβ. Να μην φέρουν δερματοστιξία (τατουάζ), ή οπές από διάτρηση σώματος (piercing), σε εξωτερικά εμφανές σημείο του σώματός τους, κατά την περιβολή της στρατιωτικής στολής, σύμφωνα με τις ισχύουσες για το προσωπικό του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. διατάξεις. Σε κάθε περίπτωση, το προσωπικό του Λ.Σ. - ΕΛ.ΑΚΤ., δεν επιτρέπεται να φέρει δερματοστιξία με απεικονίσεις, οι οποίες εκ του περιεχομένου τους, αίρουν την ουδετερότητα του, η οποία επιβάλλεται από το Σύνταγμα, ή προκαλούν κατά τέτοιο τρόπο, ο οποίος δεν συνάδει με την ιδιότητα και τα καθήκοντά του, ή περιλαμβάνουν μηνύματα διακρίσεων, μίσους ή βίας κατά προσώπου, ή ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου ή την αναπηρία. Εάν υποψήφιος, μετά την επιτυχία και την κατάταξή του, διαπιστωθεί ότι, κατά παράβαση των οριζομένων στα δύο προηγούμενα εδάφια, φέρει δερματοστιξία (τατουάζ) ή οπές από διάτρηση σώματος (piercing),ανακαλείται η πράξη κατάταξής του»

Σε αντίθεση με την περίπτωση των piercings, για τα οποία υφίσταται αντικειμενική δυνατότητα αφαίρεσης, η δερματοστιξία χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως ιδιάζουσα, δεδομένης της φυσικής μονιμότητας που τη διακρίνει. Γι’αυτό, άλλωστε, στην πράξη συνιστά εξαιρετικά σύνηθες έναυσμα κοινωνικού αλλά και νομικού διαλόγου. Βέβαια, το ζήτημα έχει ήδη κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Συγκεκριμένα, διαφωτιστική για το παρόν θέμα κρίνεται η απόφαση 780/2014 του ΣτΕ αναφορικά με την πρόσληψη μέσω διαγωνισμού Ειδικών φρουρών στην ΕΛ.ΑΣ και τη δερματοστιξία. Σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση, «...μόνη η ύπαρξη δερματοστιξίας (τατουάζ) δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού υποψηφίου από τη διαδικασία επιλογής για την κάλυψη θέσεων ειδικών φρουρών, αλλά απαιτείται αυτή να είναι και με την ενδυμασία εξωτερικά εμφανής και επιπλέον οι σχετικές απεικονίσεις είτε να αναιρούν την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα ουδετερότητα των υπαλλήλων, είτε να προκαλούν κατά τρόπο ο οποίος δεν συνάδει προς την ιδιότητα και τα καθήκοντά τους.»

Το Ανώτατο Ακυρωτικό της χώρας μας ερμηνεύοντας το Σύνταγμα θεμελίωσε την εν λόγω απόφαση στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου και την τριτενέργεια αυτής στις σχέσεις των ιδιωτών, στις οποίες προσομοιάζει (άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ.1, 25 παρ.1), στο καθήκον ουδετερότητας των υπηρετούντων στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας (άρθρο 29 παρ.3) και στην υποχρέωση πίστης των δημοσίων υπαλλήλων στο Σύνταγμα (άρθρο 103 παρ.1), καθώς επίσης και στην ειδική νομοθεσία του άρθρου 2 του Ν 3181/2003 για τα απαιτούμενα προσόντα των Ειδικών φρουρών. Έτσι, η συγκεκριμένη απόφαση ακύρωσε ως μη νομίμως αιτιολογημένη την παράλειψη προσλήψεως του αιτούντος, λόγω διαπίστωσης ύπαρξης δερματοστιξίας στον κορμό και στην κοιλιακή του χώρα, παρά το ότι είχε περιληφθεί στους πίνακες επιτυχόντων .

Ανάλογο σκεπτικό έχει και η απόφαση της 4ης Αυγούστου 2015 του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας με θέμα τη στολή του στρατιωτικού προσωπικού των Ένοπλων Δυνάμεων, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και στην οποία καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις, σύμφωνα με τις οποίες το ένστολο προσωπικό δύναται να φέρει δερματοστιξία, αλλά και οπές από διάτρηση προσώπου ή σώματος. Βέβαια, το τατουάζ δε θα πρέπει να είναι εξωτερικά εμφανές με οποιονδήποτε τρόπο είτε με τη βασική ή επιπρόσθετη, χειμερινή ή καλοκαιρινή στολή. Επιπλέον, δε θα πρέπει να περιλαμβάνει μηνύματα που άπτονται κάθε μορφής διακρίσεων (φυλετικών, εθνικών, θρησκευτικών, λόγω φύλου κλπ.) ή να υποδηλώνουν πολιτική προτίμηση ή προσβάλλουν με οποιοδήποτε τρόπο τα ιδεώδη των Ένοπλων Δυνάμεων. Τέλος, οι οπές από διάτρηση σε οποιοδήποτε σημείο του σώματος ή του προσώπου (piercing) θα πρέπει να είναι κατά το δυνατό ελάχιστα ορατές.
Είναι, λοιπόν, σαφές πως η λογική της νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας συνοψίζεται σε δύο θεματικούς πυρήνες: την προστασία της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ανθρώπου από την κρατική και θεσμική «εισβολή» και την αρχή της αναλογικότητας, όσον αφορά στις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες επιτρέπονται η δερματοστιξία και οι οπές από διάτρηση του προσώπου και του σώματος. Πρόκειται για μία στάθμιση ανάμεσα τόσο στα ατομικά δικαιώματα του εργαζομένου όσο και στις γενικές αρχές της απαγόρευσης των κάθε μορφής διακρίσεων και της δημοσιοϋπαλληλικής ουδετερότητας, αλλά και του σεβασμού στα ιδεώδη των Ένοπλων Δυνάμεων που απαιτεί η συγκεκριμένη θέση. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι τα συγκεκριμένα εμφανισιακά χαρακτηριστικά δεν είναι εμφανή και δεν αντιτίθενται με κάποιον τρόπο σε ορισμένες αρχές που για τη συγκεκριμένη εργασία εμφανίζονται ως ουσιώδεις επαγγελματικές προϋποθέσεις, δεν μπορούν να αποτελέσουν πρόσκομμα για την πρόσληψη ούτε και λόγο απόλυσης.

Κατόπιν αυτών, συμπεραίνουμε ότι, το κείμενο της επίμαχης προκύρηξης συμπορεύεται με τις συνταγματικές επιταγές, τα κριτήρια επιλογής των υποψηφίων δε, δεν είναι επουδενί καταχρηστικά. Απεναντίας, ο περιεχόμενος όρoς είναι άκρως εναρμονισμένος με τις συνταγματικές επιταγές και την απορρέουσα από αυτες αρχή της αναλογικότητας. Η εν λόγω αρχή, ως μεθοδολογικό εργαλείο για την πρόληψη αλλά και την αποφυγή υπέρμετρα δεσμευτικών επεμβάσεων στον σκληρό πυρήνα της αυτοέκφρασης, αναλύεται στην αναγκαιότητα και την προσφορότητα τυχόν επεμβάσεων του εργοδότη, του Δημοσίου εν προκειμένω, στην εμφάνιση των υπάλλήλων, σε βαθμό τέτοιο που να εξυπηρετούν την εύρθυμη λειτουργία και τα ιδανικά και τις επιταγές του Σώματος αλλά και του Ελληνικού Κράτους εν γένει.