Στις φυλακές οδηγείται ο 75χρονος που ομολόγησε ότι πυροβόλησε και σκότωσε την εν διαστάσει σύζυγό του το βράδυ της περασμένης Πέμπτης στην Αγία Βαρβάρα.

Με τη σύμφωνη γνώμη εισαγγελέα, η ανακρίτρια αποφάσισε την προσωρινή κράτηση του κατηγορούμενου για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, της οπλοφορίας και της οπλοχρησίας.

Σύμφωνα με πληροφορίες ο κατηγορούμενος κατέθεσε υπόμνημα και απολογήθηκε για περίπου 3 ώρες, επαναλαμβάνοντας όσα είπε και στην αστυνομία.

Υπενθυμίζεται ότι ο 75χρονος στην προανακριτική του απολογία επικαλέστηκε τις οικονομικές διαφορές που είχε με την 64χρονη, αλλά και το χάσμα που είχε προκληθεί στο συζυγικό τους βίο επιχειρώντας να εξηγήσει τι ήταν εκείνο που τον έκανε να θολώσει και να πυροβολήσει τη γυναίκα που μοιράστηκε μαζί της σχεδόν 40 χρόνια. Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, όπως είπε ήταν η άρνηση του θύματος να του επιστρέψει τα κοσμήματα της αδελφής του.

«Το απόγευμα της 3ης Ιουνίου 2021 πήγα στο σπίτι της για να την ζητήσω και πάλι τα χρυσαφικά και εκείνη έλειπε. Φεύγοντας, την βλέπω από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου μου να πλησιάζει στο σπίτι της. Εγώ στάθμευσα το αυτοκίνητο μου, γύρισα πίσω και της ζήτησα τα πράγματα της αδερφής μου, λέγοντας ότι η αδερφή μου ήταν σα μάνα μου. Εκείνη τότε με εξύβρισε με την φράση «χέ@@α μ@@α».

Εγώ, μετά απ' όλα όσα είχα περάσει, τρελάθηκα και μην ξέροντας τι κάνω πυροβόλησα μία ή δύο φορές με το πιστόλι που είχα μαζί μου. Το πιστόλι το είχα πάρει μαζί μου απλά για να την φοβερίσω. Μακάρι να μην είχε συμβεί αυτό, το μετάνιωσα και ζητώ συγνώμη από τα παιδιά μου και από όλους» ανέφερε και πρόσθεσε ότι τον Νοέμβριο του 2018 είχε πάθει εγκεφαλικό «από τη στεναχώρια» και λαμβάνει έκτοτε φαρμακευτική αγωγή.

Η απόφαση να παραδοθεί στην Αστυνομία

Ο 75χρονος μετά τους πυροβολισμούς το απόγευμα της περασμένης Πέμπτης είπε ότι γυρνούσε σαν χαμένος στις γειτονιές της Αγίας Βαρβάρας και έφτασε με τα πόδια μέχρι τον Σκαραμαγκά.

Την επόμενη ημέρα συναντήθηκε με την κόρη του και αποφάσισε να παραδοθεί : «Ενώ βρισκόμουν στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας πεζός, επικοινώνησα τηλεφωνικά με την κόρη μου και της ανέφερα ότι έγινε κάτι τρομερό. Εκείνη μου είπε να περιμένω εκεί που είμαι για να έρθει, αλλά εγώ έφυγα. Όλο το βράδυ περιπλανιόμουνα πεζός και έφτασα μέχρι το Σκαραμαγκά. Δε θυμάμαι κάτι περισσότερο. Δεν επέστρεψα καθόλου στο σπίτι. Το κινητό μου τηλέφωνο το είχα συνεχώς μαζί μου, είχε τελειώσει μπαταρία. Βρισκόμενος σε άθλια ψυχολογική κατάσταση το πρωί, πήγα στο σπίτι της κόρης μου, με την οποία μίλησα και εκδήλωσα την επιθυμία να παραδοθώ στην αστυνομία, καθώς είμαι μετανιωμένος. Εκείνη επικοινώνησε με το δικηγόρο και το απόγευμα της ίδιας μέρας παραδόθηκα στην αστυνομία παραδίδοντας ταυτόχρονα και το πιστόλι με το οποίο είχα πυροβολήσει».