Κάθε χρόνο η 31η Μαΐου έρχεται να μας υπενθυμίσει την προσπάθεια που καταβάλλεται σε πολλές χώρες, σε πολλά μήκη και πλάτη του πλανήτη να μπορέσουν οι άνθρωποι να ζήσουν απεξαρτημένοι από το κάπνισμα και τις συνέπειες του.

Η Κοινο_Τοπία www.koinotopia.gr εφέτος, γι αυτή τη μέρα επέλεξε να σας προωθήσει

α) ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Μάγνη ‘‘Πως κατάφερα ν’ αρχίσω το τσιγάρο – (Ένα χρονικό χωρίς φίλτρο μιας ανάνηψης που ωφέλησε σοβαρά την υγεία ώστε να πληγεί με άλλα μέσα, απερίσπαστη…)’’ των εκδόσεων Πικραμένος (2016) όπου στη σελ. 36 διαβάζουμε

<<Απεχθάνομαι τις εμβαθύνσεις. Σου δίνουν εξηγήσεις. Δε χρειαζόμαστε εξηγήσεις. Οι εξηγήσεις μπορεί να γίνουν αποκαλύψεις με κακή επίδραση. Μπορεί να γίνουν δικαιολογίες. Προφάσεις. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι αποφάσεις. Δε χρειαζόμαστε καν δύναμη για τις αποφάσεις. Χρειάζεται μόνο η απόφαση να πάρουμε την απόφαση και η απόφαση να την τηρήσουμε μέχρις ότου δικαιωθεί, αποφέροντας τα πλήρη αποτελέσματα για τα οποία ελήφθη.

Αν μιλάμε για το τσιγάρο, χρειάζομαι την απόφαση να αποφασίσω να το κόψω και την απόφαση να τηρήσω την απόφαση μέχρι να μην ξανακαπνίσω. Είναι πολύ εύκολο να το κάνεις. Είναι πολύ εύκολο να μην το κάνεις. Να κάτι που μου αρέσει στη ζωή. Ότι όλα είναι εύκολα.>>

β) από τη στήλη του Κυριάκου Σκιαθά Να ‘τανε το ’21 στην εφημ. Πελοπόννησος όπου διαβάζουμε: Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κάπνιζε από πολύ μικρός, φτάνοντας στο σημείο να γίνει μανιώδης καπνιστής. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που έκοψε το κάπνισμα. Ήταν στα πρώτα χρόνια του 19ου αι. στο μεγάλο διωγμό της αδούλωτης κλεφτουριάς. Κυνηγημένος από τους Τούρκους βρήκε καταφύγιο στο καράβι του Μανιάτη καπετάνιου Πασχάλη. Με το φόβο των Τούρκων το καράβι δεν έπιανε στεριά και τελείωσε ο καπνός του Κολοκοτρώνη. Την ανάγκη του να καπνίσει βρήκε τρόπο να τη θεραπεύσει. Έξυσε το τσιμπούκι του μέχρι τον πάτο για να καπνίσει τα υπολείμματα που θα μάζευε. Αηδίασε όμως από την πίκρα, πέταξε πέρα το τσιμπούκι και θυμωμένος έκανε βόλτες στο κατάστρωμα του καραβιού.

Τον είδε ο καπετάν Πασχάλης και προσπάθησε να τον ηρεμήσει λέγοντας: μην κάνεις έτσι, θα αράξουμε σε κανένα μέρος και μπορούμε να ‘κονομήσουμε καπνό.

Ο αμετανόητος καπνιστής συνέχισε να δυσφορεί και κάποια στιγμή ακούγεται να μονολογεί: ορίστε άνθρωπος που θέλει να ελευθερώσει τον τόπο του και δε μπορεί ο ίδιος να ελευθερωθεί από το πάθος του. Θεέ μου, συγχώρεσε με… Με μιας μάζεψε την καπνοσακούλα, τα τσιμπούκια και τ’ άλλα σύνεργα καπνίσματος και τα πέταξε στη θάλασσα.

Ο Κολοκοτρώνης αν και έκοψε το κάπνισμα, δεν αποχωρίστηκε τη μυρωδιά του καπνού. Του άρεσε να μυρίζει το <<άρωμα>> του καπνού από την ταμπακιέρα του, δώρο φιλίας του Ιωάννη Καποδίστρια.