Λιγότερα είναι τα πουλιά στην Ευρώπη σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες. Ωστόσο, μετά από πολλά χρόνια παρακμής, φαίνεται ότι ο αριθμός των κοινών πτηνών έχει αρχίσει να σταθεροποιείται ή ακόμη και να αυξάνεται. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα κοινά δασικά πτηνά, των οποίων ο πληθυσμός εκτιμάται ότι αυξήθηκε κατά 9% μεταξύ 2000 και 2019.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, ο πληθυσμός όλων των κοινών ειδών πτηνών της ΕΕ εκτιμάται ότι έχει μειωθεί κατά 4%, αλλά παρουσιάζει σημάδια ανάκαμψης τα τελευταία χρόνια, ενώ ο πληθυσμός των κοινών πτηνών καλλιεργήσιμης γης μειώνεται κατά 17% από το 2000.


Τα πουλιά θεωρούνται ως καλοί δείκτες της ποικιλομορφίας και της ακεραιότητας των οικοσυστημάτων, καθώς οι πληθυσμοί τους αντικατοπτρίζουν τις αλλαγές στους πληθυσμούς των ειδών που τρέφονται, όπως τα έντομα. Τα πουλιά μπορούν να μετακινηθούν αλλού όταν το περιβάλλον τους γίνει ακατάλληλο. Γι’ αυτό η παρουσία, η αφθονία και η ποικιλομορφία των ειδών πουλιών αποτυπώνουν την κατάσταση του περιβάλλοντος και την ανάπτυξή του με την πάροδο του χρόνου. Τα πτηνά είναι πιο εύκολο να παρατηρηθούν από ό,τι άλλες ομάδες ζώων.

Η επιστημονική κοινότητα πιστεύει ότι οι μεγάλες απώλειες σε πληθυσμούς κοινών ειδών πτηνών καλλιεργήσιμης γης μπορούν να αποδοθούν σε αλλαγές στη χρήση γης και στις γεωργικές πρακτικές, όπως η εξαφάνιση μικρών μη παραγωγικών στοιχείων του τοπίου, φράκτες και ανεμοφράκτες καθώς και η χρήση φυτοφαρμάκων.

Οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να αντιστραφούν με τη στρατηγική “Από το Αγρόκτημα στο Πιάτο”, η οποία επιδιώκει μείωση κατά 50% στη συνολική χρήση και τον κίνδυνο από χημικά φυτοφάρμακα έως το 2030, και τη στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα για διεύρυνση της βιολογικής γεωργίας, έτσι ώστε να αντιπροσωπεύει το 25% της συνολικής γεωργικής γης έως το 2030.