Το πρώτο της βιβλίο «Στην Αγκαλιά του Φθινοπώρου» αγαπήθηκε και εξακολουθεί να αγαπιέται από το κοινό.

Η πατρινή συγγραφέας Αναστασία Δημητροπούλου "έκτισε" έναν καινούργιο κόσμο μέσα από αυτό, έναν κόσμο που το αναγνωστικό κοινό διάβασε και στη συνέχεια γνώρισε από κοντά, ταξιδεύοντας εκεί μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της.

Πλέον η Αναστασία Δημητροπούλου ετοιμάζει το νέο της βιβλίο. Έναν ακόμα καινούργιο κόσμο, όπως η ίδια συνηθίζει να λέει. Στο patrasevents.gr δεν μιλάει για αυτόν τον καινούργιο κόσμο που κτίζει τώρα.

Μιλάει όμως για τον κόσμο της Λογοτεχνίας, της γραφής και της ανάγνωσης που έχει αγαπήσει και από ότι φαίνεται οδηγεί και αρκετούς ακόμα στο να τον αγαπήσουν και αυτοί, κρίνοντας από το πόσο αγκαλιάστηκε από το αναγνωστικό κοινό το πρώτο της συγγραφικό εγχείρημα.

P.E.: Τι ετοιμάζετε μετά το «Στην Αγκαλιά του Φθινοπώρου»;

A.Δ.: Την περίοδο αυτή εργάζομαι κατά βάση πάνω στο δεύτερο μυθιστόρημά μου. Χτίζω με άλλα λόγια, έναν καινούργιο κόσμο από την αρχή με επιμέλεια και προσήλωση, συστήνω τον εαυτό μου και τις συγγραφικές προθέσεις μου στους νέους χαρακτήρες κι εκείνοι μού ανοίγουν τα δικά τους «χαρτιά».

Γνωρίζοντας μάλιστα, πως η Λογοτεχνία είναι ένας γρίφος, στον οποίο η λύση έρχεται με τη γραφή και την ανάγνωση, προχωρώ με αυτά τα δύο εργαλεία, για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

P.E.: Πού πιστεύετε ότι οφείλεται η αγάπη του αναγνωστικού κοινού στο βιβλίο σας;

Α.Δ.: Το μόνο που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι πως επιχείρησα να γράψω το βιβλίο που εγώ ήθελα να διαβάσω. Το ότι αυτή η ανάγκη μου συνέπιψε και με άλλων αναγνωστών και επέλεξαν να το αγκαλιάσουν, είναι κάτι που με τιμά, με συγκινεί και αποτελεί ενθαρρυντικό καύσιμο για τα επόμενα συγγραφικά μου χιλιόμετρα.

Το βιβλίο μου, δεν είμαι εγώ αυτή που θα κρίνει αν είναι καλό ή κακό, φρόντισα όμως να διαθέτει μια κινηματογραφική ροή, έντονες συναισθηματικές εναλλαγές και μιαν ιδιότυπη αυθεντικότητα. Την αυθεντικότητα του πρωτόπειρου συγγραφέα, που φαντάζομαι σταδιακά θα εξαλείφεται στις μελλοντικές μου ιστορίες.


P.E. Σε ποια σημεία ταυτίζεστε με την ηρωίδα του μυθιστορήματός σας;

A.Δ.: Η Ηρώ Πολύζου είναι μια γυναίκα που έχει περάσει πολλά, εγώ δεν έχω καμία ταύτιση με τη ζωή της. Παρόλα αυτά, η ηρωίδα μου είναι ένας άνθρωπος με επιμονή, πυγμή και μια αδιάσειστη θέληση να βελτιώσει τη ζωή της. Το κάνει ορισμένες φορές με λάθος τρόπο, αλλά και ποιος δεν κάνει λάθη;

Μπορώ να την καταλάβω, να δω μέσα στην ψυχή της και να βοηθήσω και τον αναγνώστη να κάνει το ίδιο, και νομίζω ότι τη θαυμάζω σε πολύ συγκεκριμένες και στοχευμένες φάσεις της. Η Ηρώ Πολύζου υπερπηδά τα εμπόδια, δεν κάθεται με σταυρωμένα τα χέρια να έρθει βοήθεια εξ' ουρανού. Αν αυτό δεν είναι γοητευτικό, τότε τι είναι;

P.E.: Αγαπάτε το γράψιμο και τα ταξίδια. Τα ταξίδια σας έχουν βοηθήσει στο γράψιμο;

A.Δ.:Η αλήθεια είναι ότι έχω πολλά ταξίδια να κάνω ακόμα, πολλές εικόνες κι εμπειρίες να συλλέξω. Η ενδοσκόπηση και η παρατήρηση των άλλων ατόμων γύρω μας, όμως, αποτελούν επίσης ταξίδια. Ταξίδια στα οποία αποσκευές είναι η κατανόηση και η ενσυναίσθηση. Αυτές οι διαδρομές της ψυχής, είναι ό,τι πραγματικά εξελίσσει τη συγγραφή.

Τα αξιοθέατα και τα ερείπια ενός τόπου μπορεί να τα αναζητήσει κανείς ακόμα και στο Ίντερνετ χωρίς να κλείσει καν εισιτήριο. Τα αντίστοιχα αξιοθέατα και ερείπια του εαυτού του και των άλλων, τα γνωρίζει όμως, μόνο αποβάλλοντας τον κάθε είδους παρωπιδισμό του.

P.E.: Πώς ένας συγγραφέας μετουσιώνει την ταξιδιάρικη φαντασία του, αλλά και τις ρεαλιστικές του εμπειρίες από τα ταξίδια πάνω στο χαρτί;

A.Δ.: Αν υποθέσουμε πως η Λογοτεχνία είναι ένα χρηματοκιβώτιο και δε γνωρίζουμε το συνδυασμό της για να ανοίξει, δοκιμάζουμε αρκετούς μέχρι να πετύχουμε το σωστό.

Η φαντασία, οι προσωπικές εμπειρίες και η επισταμένη δουλειά πάνω στο γραπτό μας ώστε να γίνει ένας ζωντανός κι ανεξάρτητος οργανισμός που θα πείθει με την υπόστασή του, είναι αυτός ο συνδυασμός που όλοι εμείς δοκιμάζουμε κάθε φορά πάνω σε ένα λευκό χαρτί μέχρι αυτό να αποκτήσει μεγαλύτερη μαύρη επιφάνεια λόγω του μελανιού, αλλά κυρίως λόγω του νοήματός του.


P.E.: Αν διαβάζατε το γραπτό σας, πώς θα σας χαρακτηρίζατε ως συγγραφέα; Ρομαντική ή ρεαλίστρια;

A.Δ.: Θα παραδεχτώ ότι έχω διαβάσει το βιβλίο μου άπειρες φορές πριν λάβει την εκδοτική έγκριση, σε σημείο που το ξέρω σχεδόν απέξω. Πιστεύω πως σε ένα αφήγημα αυτού του είδους, αισθηματικό – κοινωνικό δηλαδή, είναι απαραίτητες και οι δύο εκδοχές, αλλιώς γίνεται μονοδιάστατο.

Όπου χρειάστηκε ήμουν ρομαντική και δεν προσπάθησα και πολύ καθώς έτσι είμαι σαν άνθρωπος, κι όπου χρειάστηκε πάλι, ακολούθησα το δρόμο του ρεαλισμού, γιατί τα ροζ σύννεφα δεν είναι πάντα για τη ζωή, και συνεπώς ούτε και για τη Λογοτεχνία.

P.E.: Κάθε εποχή έχει τα δικά της ρεύματα στη συγγραφή. Τι σύγχρονη συγγραφή ποια στοιχεία θα λέγατε ότι τη χαρακτηρίζουν;

A.Δ.: Στη σύγχρονη συγγραφή ακολουθείται μια πιο απλή γλώσσα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υστερεί κάπου. Επιπλέον, αφηγηματικά όλα συμβαίνουν πιο γρήγορα, καθώς και οι ρυθμοί της ζωής μας έχουν επιταγχυνθεί.

Αυτό που κρατώ από τα μεγάλα έργα της Λογοτεχνίας είναι η στιβαρότητα των κειμένων σε όλα τα επίπεδα, και η επιμονή των τότε δημιουργών τους να πετύχουν το εκδοτικό λαχείο σε πολύ δύσκολες συνθήκες.

Εμείς ευτυχώς, ζούμε σε μια εποχή που είναι πιο εύκολο να εκδοθεί ένα βιβλίο, και να διορθωθεί πριν την έκδοση ώστε να βρει αναγνωστική ανταπόκριση.

Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε πως έχουμε το ίδιο καθήκον με τους μεγάλους δημιουργούς: να δημιουργήσουμε πραγματικότητες εντός αυτής που ζούμε με όσο το δυνατό πιο πειστικό τρόπο.

 


P.E.: Εσάς ένα ρεύμα που να σας έχει επηρεάσει πάνω στο γράψιμό σας;

A.Δ.: Η αλήθεια είναι πως και λόγω των σπουδών μου στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών, έχω μελετήσει σχεδόν όλα τα λογοτεχνικά ρεύματα, ξεχωρίζοντας ιδιαιτέρως τη Μπητ Γενιά, χωρίς αυτό να σημαίνει πως με έχει επηρεάσει στη γραφή μου.

Εκεί όμως που έχω μια μεγάλη αδυναμία είναι η Εποχή της Τζαζ και η Χαμένη Γενιά των Αμερικανών Λογοτεχνών, της οποίας κυριότερος εκπρόσωπος είναι ο Φρ. Σκοτ Φιτζέραλντ.

Είναι ο αγαπημένος μου συγγραφέας. Περιγραφικός όσο πρέπει, μεστός όσο χρειάζεται, ανεπανάληπτος. Έχω διαβάσει και ξαναδιάβαζω τα έργα του κατά περιόδους, και πάντα γοητεύομαι  και συγκινούμαι από την αφηγηματική τρυφερότητά του και τα μυθοπλαστικά του βάσανα.

P.E.: Τι πιστεύετε τελικά; Ο κόσμος διαβάζει ή μήπως γράφει περισσότερο;

Α.Δ.: Νομίζω πως γράφουν περισσότεροι άνθρωποι από όσους μπορούμε να φανταστούμε κι από όσους το ομολογούν. Συχνά η ενασχόληση κάποιων με τη συγγραφή αποτελεί εμπιστευτικό μυστικό και αληθινά, δεν καταλαβαίνω το λόγο που συμβαίνει αυτό.

Όσα δε λες, μπορείς να τα γράφεις, κι ενίοτε να ακουστείς και περισσότερο. Όσο για τους αναγνώστες, υπάρχουν πολλοί, κι αυτό είναι ελπιδοφόρο και για τους ίδιους, αλλά και για τους δημιουργούς. Αν δεν υπάρχει ένα μάτι να σε διαβάσει, πώς θα καταφέρεις να μιλήσεις στην ψυχή κάποιου;

P.E.: Τι είναι αυτό που σας εμπνέει όταν γράφετε και τι διάθεση έχετε;

Α.Δ.: Είμαι εξαιρετικά παρατηρητικός άνθρωπος, και καθετί που θα δω ή θα ακούσω και θα μου κάνει εντύπωση, θα το καταγράψω πρώτα σε μια πρόχειρη σημείωση, κι έπειτα αν κρίνω ότι εξυπηρετεί τους αφηγηματικούς μου σκοπούς θα το χρησιμοποιήσω.

 Μελετώ τους ανθρώπους, τις συμπεριφορές, ακόμα και τις χειρονομίες και τις εκφράσεις τους. Είναι ένα παιχνίδι που παίζω πολλές φορές ακόμα κι ασυναίσθητα, γιατί έτσι είμαι. Διψώ να μάθω και να συμπεριλάβω τη ζωή μέσα στη Λογοτεχνία, γιατί χωρίς τη μία δε μπορεί να προκύψει η άλλη.

Γράφω αρκετές ώρες την ημέρα, πάντα ακούγοντας μουσική, και συχνά επηρεάζομαι από τις σκηνές που περιγράφω. Όταν μπαίνω στους λογοτεχνικούς μου κόσμους, είμαι 100% εκεί, κι αυτό σημαίνει ότι θυμώνω, χαίρομαι, στενοχωριέμαι, αγαπώ και μισώ παρέα με τους ήρωές μου.


P.E.: Πείτε μου έναν Έλληνα συγγραφέα που έχετε αγαπήσει και έναν ξένο και γιατί;

Α.Δ.: Έχω μια αναγνωστική εμπιστοσύνη και αδυναμία στον Στέφανο Δάνδολο, με τον οποίο έχουμε συνεργαστεί και σε ορισμένες βιβλιοπαρουσιάσεις του. Είναι ένας συγγραφέας που έχει μέσα του έναν ποιητή. Αυτό σημαίνει ότι χειρίζεται άρτια τη γλώσσα και το συναίσθημα, με αποτέλεσμα κάθε νέο βιβλίο του να γίνεται το αγαπημένο μου ως το επόμενο.

Όσον αφορά στους ξένους συγγραφείς, προηγουμένως σας ανέφερα τον Φρ. Σκοτ Φιτζέραλντ, αλλά μαζί με εκείνον αγαπώ ιδιαιτέρως και τον Ερ. Χεμινγούει, που επίσης αποτέλεσε εμβληματική φιγούρα της Χαμένης Γενιάς των Αμερικανών Λογοτεχνών. Αυτές οι συγγραφικές φωνές δεν έχουν σύγκριση, κι είναι από μόνες τους ένα μεγάλο σχολείο.

P.E.; Γιατί μόνο μυθιστόρημα; Έχετε δοκιμάσει να γράψετε σε ένα άλλο λογοτεχνικό είδος;

Α.Δ.: Το μυθιστόρημα μού δίνει και το χώρο και το χρόνο να εκφράσω όσα έχω και θεωρώ σημαντικά για να ικανοποιηθεί η αναγνωστική περιέργεια, αλλά κυρίως η ψυχή μου όσο γράφω. Αγαπώ σαφώς και την ποίηση και δε θα απέκλεια μία ενδεχόμενη ενασχόλησή μου μαζί της στο μέλλον γιατί αν το μυθιστόρημα δίνει την ελευθερία, η ποίηση δίνει τρόπον τινά την τόλμη.

P.E.: Μετά το μεταμοντερνισμό η ανάπτυξη της τεχνολογίας και της πληροφορικής τι μπορεί να φέρει ή να έχει ήδη φέρει στη λογοτεχνία;

Α.Δ.: Σίγουρα πλέον όσοι το θέλουν, έχουν ένα βιβλίο στο κινητό ή το τάμπλετ τους, μπορούν να παρακολουθήσουν βιβλιοπαρουσιάσεις χωρίς φυσική παρουσία μονάχα με μια σύνδεση, να παραγγείλουν οποιοδήποτε βιβλίο, και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να έρθουν σε επαφή με τους αγαπημένους τους συγγραφείς, να δημιουργήσουν λογοτεχνικές κοινότητες και σε ειδικές πλατφόρμες αναγνώστες και κριτικοί να εκφράσουν τη γνώμη τους για όλα τα βιβλία που κυκλοφορούν.


P.E.: Σε επίπεδο ελληνικής λογοτεχνίας αν σας έλεγαν να χαρακτηρίσετε τη δική σας γενιά συγγραφέων με δυο λέξεις τι τίτλο θα βάζατε;

Α.Δ.: Θα έλεγα πως μας χαρακτηρίζει ο πολλαπλασιασμός της έκφρασης κι αυτό μόνο καλό και γόνιμο μπορεί να θεωρηθεί, καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι γράφουν, όλο και περισσότεροι βρίσκουν τον εκδοτικό τους δρόμο κι όλο και περισσότεροι αγαπιούνται από το αναγνωστικό κοινό.

Επιπλέον, υπάρχει όπως παντού πρέπει να υπάρχει η ευγενής άμιλλα μεταξύ των δημιουργών, κι έτσι προκύπτουν πολλά βιβλία για τα οποία δε μας φτάνουν ούτε δύο ζωές ανάγνωσης!

P.E.: Θα σας ενδιέφερε ποτέ ένα έργο σας να μεταφερθεί στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση; Θα ήσασταν θετική σε μία τέτοια προοπτική;

A.Δ.: Βεβαίως και θα με ενδιέφερε η τηλεοπτική ή κινηματογραφική απόδοση κάποιου έργου μου, κι εν προκειμένω του βιβλίου που έχει ανοίξει το συγγραφικό μου δρόμο.

Έχω μεγάλη εμπιστοσύνη στους Έλληνες σκηνοθέτες και σεναριογράφους μας, και είναι γεγονός πως όπου υπάρχει ταλέντο και μεράκι, οι παραγωγές είναι υψηλών προδιαγραφών.