12η Συνέχεια

Καραγισκάκης

Ότι αναφέραμεν στο προηγούμενον σημείωμα για τον Κων/νον Κανάρην αναφορικώς με την μόρφωση ισχύει και για  πλήθος  λοιπών  αγωνιστών.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, στον οποίον αναφερόμεθα με το παρόν, ήταν υιός της Ζωής Ντιμισκή. Όταν έχασε τον σύζυγόν της Ιωάννην Μαυρομματιώτην, σε νεαρήν ηλικίαν, πήγε σε Μοναστήρι και έγινε Μοναχή. Απέκτησε  ερωτικές σχέσεις με τον Δημήτριον  Ίσκον ή Καραΐσκον που κατέφυγε στο Μοναστήρι διωκόμενος και απέκτησαν ένα νόθον αγόρι το οποίον ονομάσθη Γεώργιος Καραΐσκος  ή Καραϊσκάκης, αλλά και αρνητικώς μάλλον  ο  «γιός της Καλόγρηας». Γεννήθηκε το 1782 στο Μαυρομμάτι Καρδίτσης μέσα σε σπήλιά.

Σε ηλικίαν 8 ετών πέθανε η μητέρα του, η οποία μετά την γέννηση του μικρού δεν πήγε  πλέον στο Μοναστήρι αλλά επλανάτο σε γειτονικά μέρη πωλούσα εικόνες και κεριά για να ζήση, παρέδωσε δε το παιδί σε κάποια οικογένεια κτηνοτρόφων γιατί δεν το ήθελαν οι συγγενείς του πατέρα του, λόγω των ηθικών παραδόσεων που κυριαρχούσαν. Τα παιδικά του χρόνια ήταν πολύ δύσκολα. Δεν είχε την δέουσα γονικήν υποστήριξη  και απέκτησε μίαν ελευθεροστομίαν,  θρασυστομίαν, αυτοχλευασμόν, βωμολοχικήν έξιν, έγινε βλάσφημος και οξύθυμος.

Μερικά χαρακτηριστικά από την ζωήν  του.

Αρχικώς έγινε κλέφτης. Κατόπιν νεαρός συνελήφθη από Αλβανούς στην προσπάθειά του να εμποδίσει τούρκους σε διακίνηση. Οι αλβανοί τον ξυλοκόπησαν αγρίως και τον οδήγησαν στον Αλή.

Ήταν 16 ετών. Κρατήθηκε. Εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να μάθει κάποια  κολυβο-γράμματα.  Παρέμεινε στον Αλή και εξεστράτευσε μαζί του  στην Βουλγαρίαν, αιχμαλωτίσθηκε ξέφυγε και επέστρεψε στην  Αυλή του Αλή. Έφυγε απ’ εκεί και πήγε με τον Κατσαντώνην.  Έμεινε μαζύ του, έλαβε μέρος σε όλες τις συγκρούσεις  και τον έκαμε πρωτοπαλλήκαρον.  Το 1809 εντάχθηκε στα Ελληνικά τάγματα, που είχαν σχηματίσει οι Βρετανοί  στα Επτάνησα με σκοπόν να διώξουν τους Γάλλους. Στην Λευκάδα γνωρίστηκε με πολλούς οπλαρχηγούς και με τον ΙωάννηνΚαποδίστριαν. Έλαβε μέρος σε σύσκεψη εκεί με άλλους στρατηγούς για το ξεκίνημα της Επαναστάσεως στην Στερεάν Ελλάδα.

Τον Μάϊον του 1821 με 40 μόνον παλληκάρια συνέστησε στρατόπεδον κοντά στο Πέτα. Οι τούρκοι στράφηκαν εναντίον του. Επιτέθηκε  οΚαραϊσκάκης και την δεύτερη φορά νικήθηκαν οι Έλληνες ο ίδιος  δε τραυματίσθη και πήγε για θεραπεία στην Κατούνα. Τον Σεπτέμβριον με άλλους οπλαργηγούς επετέθη κατά των τούρκων στην Άρταν. Τον Ιανουάριον του 1823 νίκησε τους τούρκους στην μάχη του Σοβαλάκου. Ήταν σημαντική νίκη και κατόπιν αυτού διεκδίκησε το αρματολίκι των Αγράφων. Αυτό δεν άρεσε στην Γερουσίαν της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, η οποία έστειλε εκπρόσωπον για να τον μεταπείσει. Ο Καραϊσκάκης αντέστη και από τότε προέκυψε μίσος εναντίον του  από τον Αλ. Μαυροκορδάτον ο οποίος ήταν και ο εμπνευστής της αντιδράσεως της Γερουσίας.

Εν τω μεταξύ τούρκος πασάς  στράφηκαν εναντίον του ζητώντας υποταγήν και επειδή οι δυνάμεις του δεν ήταν μεγάλες αρνήθηκε και εγκατέλειψε τα Άγραφα στέλνοντας μεγάλον μέρος του στρατού του στον Μάρκον Μπότσαρην στο Καρπενήσι, ο ίδιος δε απεσύρθη σε Μοναστήρι του Προυσού για προστασίαν της υγείας του.

Η πενιχρή και απροστάτευτη παιδική ηλικία του, οι στερήσεις, οι κακουχίες στα βουνά, το αφόρητον κρύον με ελλείποντα  τα βαρειά ενδύματα κλώνισαν την υγείαν του και προσελήφθη από φυματίωση. Μετά τον Προυσσόν πήγε στα Ιόνια νησιά για εξέταση από ιατρούς, αλλά το αποτέλεσμα μηδέν. Γυρνώντας στην Στερεά Ελλάδα πέρασε  από  την νήσον Κάλαμον να δει την οικογένειάν του. Είχε έλθει σε γάμον πριν την Επανάσταση και απέκτησε τρία παιδιά.

Ο Μαυροκορδάτος είχε μένος κατά του Καραϊσκάκη και τον κατηγόρησε ότι ενεργούσε προδοτικώς σε βάρος της Ελλάδος ερχόμενος σε συννενόηση με τον Ομέρ Βρυώνη. Οι Έλληνες και τούρκοι αξιωματούχοι μιλούσαν κατά τους αγώνες, κάτι το σύνηθες τα λεγόμενα «καπάκια». Σε μια τέτοια πράξη προέβη ο Καραϊσκάκης κατ΄ εντολήν του Μαυροκορδάτου  και αμέσως τον συκοφάντησε  ο ίδιος για προδοσίαν! Συνέστησε επιτροπήν για την δίκην του, με πρόεδρον τον  επίσκοπον Άρτης Πορφύρον και λοιπούς φίλους του Μαυροκρδάτου. Η δίκη άρχισε την 1ην   Απριλίου στο   Αιτωλικόν στην εκκλησίαν της Παναγίας, όπου εστεγάσθη το Στρατοδικείον! Ο Καραϊσκάκης μετεφέρθη εκεί σχεδόν σηκωτός λόγω της ασθενείας του. Το κατηγορητήριον βαρύ με 13 περιπτώσεις που έδιναν την εντύπωση του προδότη του Έθνος, αλλά ασαφές. Η αίθουσα εφυλάττετο και όσοι εισήρχοντο είχαν το δικαίωμα να υποβάλουν ερωτήσεις!! Ήταν οι φίλοι του Μαυροκορδάτου. Κατά τονΣαράντον Καργάκον πρόκειται για «εμβρυακής μορφής δικαστήριον».

Πρακτικά τηρούσε ο Ν. Κασομούλης ο οποίος έχει διασώσει σημαντικές περιπτώσεις από την «δίκην». Ας αρκεσθούμεν σε ένα στιγμιότυπον. 

Ο Πορφύριος ανέγνωσε το «βαρύ» κατηγορητήριον και έδωσε έμφαση και στην ελευθεροστομίαν του.  

Ο Ν. Στουρνάρης, καπητάνιος του Ασπροποτάμου και μέλος του δικαστηρίου, επιβεβαίωσε την αθυροστομίαν  του Καραϊσκάκη και τόνισε.

  • Τώρα να δούμε αν είναι πράξεις.
  • Καραϊσκάκης: Αν βάλετε θεμέλιον τα λόγια μου εκατόν ζωές να έχω  δεν γλυτώνω. Πλην ποτέ έργον δεν έκαμα.
  • Γαλάνης Μεγαπάνου: Βρε ηξεύρομεν, Καραϊσκάκη, όπου λέγεις όλο λόγια, μα διατί να τα λέγεις έτζι;
  • Καραϊσκάκης:  Το έχω χούι κύριε Πάνο.
  • Μέγα Πάνος: Μα γιατί να το έχεις αυτό το χούι ενώ είσαι 50 χρονών; (σ.σ ήταν 42 ετών).
  • Καραϊσκάκης: Αμ δεν μπορώ να το κόψω  τώρα, Κύρ Πάνο. Κ’ εσύ  Κυρ Πάνο είσαι ογδόντα χρονών μα το χούι δεν το αφήνεις να γαμής και δεν μ’ ακούς.

Η αίθουσα της Εκκλησίας- Δικαστηρίου σείστηκε συθέμελα από τα γέλια όλων! Δεν έμεινε κανείς που να μη γελάσει, Κριτές και Λαός. Η διάρκεια των γελώτων ήταν ασταμάτητη, ώστε παρετηρήθησαν και  τάσεις λιποθυμίας! Ολίγον έλειψε να λιποθυμήσω κι εγώ, αναφέρει  οΚασομούλης!

Η δίκη συνεχίσθη και την επομένην ημέραν.  Στις ψευδείς κατηγορίες ηκούσθησαν και φωνές υπέρ της αθωότητάς του Καραϊσκάκη. Η απόφαση  ήταν μια κεκαλυμμένη ενοχή του Καραϊσκάκη για προδοσία, δεν ελήφθη  όμως καμμία απόφαση γι’ αυτήν, αλλά επεσημαίνετο ότι πρέπει αμέσως να εγκαταλείψει το Αιτωλικόν.  Ο «Τετραμάτης» έτσι αποκαλούσε τον Μαυροκορδάτον ο Καραϊσκάκης, επειδή φορούσε γυαλιά μυωπίας, ικανοποιήθηκε για την ταπείνωση του εχθρού του!!!!

Μετά από ολίγον ανεχώρησε   κατευθυνόμενος προς Άγραφα. Δεν ήτο δυνατόν να καθίσει στο άλογόν του και οι σύντροφοί του τον μετέφεραν σε φορείον!!! Τους αξίζει κάθε έπαινος για την ηρωικήν αυτήν τους προσπάθειαν και αγάπην στον Αρχηγόν τους. Ξεκίνησε με 80  πιστούς συντρόφους που του είχαν απομείνει και προχωρώντας οι στρατιώτες του έφθασαν τους 750. Τόσον αγαπητός ήταν ο ανδρείος και μαχητικός  Καραϊσκάκης. Βάδιζε προς τα Άγραφα αλλά ο εκεί καπετάνιος του διεμήνυσε ότι δεν είναι δεκτός και να βρεί αλλού στρατόπεδον. Περιεπλανήθη στις κορφές της Πίνδου  και κάπου βρήκε κατάλυμά. Αργότερα ανεγνωρίσθη αρχηγός των Ελληνικών στρατευμάτων στην Άμφισαν. Εκκλήθη στην Πελοπόννησον ως αρχηγός των Ρουμελιώτικων στρατευμάτων, έδωσε μάχες, έχασε μετέβη στο Ναύπλιον και η  Κυβέρνηση ενέκρινε την μετάβασή του στην Ρούμελην για επανακίνηση του Αγώνα. Στις 25  Μαΐου 1825 βρέθηκε στο Δίστομον προς αντιμετώπιση των τουρκαλβανών που ήθελαν να κατακτήσουν την Άμφισαν. Στις 25 Ιουλίου βρέθηκε στο Μεσολόγγι επιτέθηκε στους τουρκαλβανούς, αλλά και αν η επιχείρησε δεν πέτυχε απολύτως σκοτώθηκαν 400 τούρκοι και ανεπτερώθη το φρόνημα των Ελλήνων. Ακολούθως βρέθηκε στο Ξηρόμερον στην Αιτωλοακαρνανία για επιθέσεις, Τον Ιούλιον του1826 ανεκηρύχθη αρχιστράτηγος των στρατευμάτων στην Ρούμελη με πλήρη δικαιοδοσίαν.

Κατόπιν έφυγε προς Ελευσίνα  με 600 παλληκάρια για να οργανώσει το εκεί στρατόπεδον προς απελευθέρωση της Ακροπόλεως Σύντομα ο στρατός του έφτασε τις 5.000.

Στα μέσα Νοεμβρίου απέτρεψε επιδρομήν τούρκων στην Άμφισαν τους οποίους η ιδιοφυΐα του συνέτριψε. Σκοτώθηκαν 1700 τούρκοι. Η δεύτερη μεγάλη ήττα τους μετά τα Δεβενάκια.

Εν τω μεταξύ επέστρεψε στην Ελευσίνα, οχύρωσε την Ακρόπολη,  έφυγε για επιθέσεις στο Λιδωρίκι, άλλες στο Δίστομον. Δεν σταματούσε καθόλου. Κατώρθωσε να διώξει τους τουρκαλβανούς από την Στερεάν και να καταλάβουν οι Έλληνες την Άμφισαν.

Επανήλθε στην Αθήνα και προσπαθήσε να αποτρέψει άκαιρον επίθεση των Ελλήνων κατά του Κιουταχή στο Φάληρον, έφυγε από την σκηνήν του ενώ ήτο άρρωστος. Φθάσας στο Φάληρον  δέχθηκε σφαίραν στην βουβωνικήν χώραν, αγνώστου προελεύσεως, (Μάλλον δολοφονήθηκε). Προσπάθησε να θεραπεύση την πληγήν. Στις προτάσεις των συντρόφων του να οδηγηθεί σε  ιατρούς είπε.

  • Είμαι συνηθισμένος από λαβωματιές.

Ταλαιπωρήθηκε αρκετές ώρεςΣε κάποια στιγμήν ενώ ήθελε να πάει στον απόπατον, είπε στους συντρόφους του.

  • Αν μέσα στο αναγκαίον πεθάνω, θέλω να έχετε ομόνοιαν μεταξύ σας και να μάχεσθε σκληρά για να αποτιναχθεί ο άπιστος τύραννος από την πατρίδα μας.

Και εξελθών του αναγκαίου απέθανεν την 24 Απριλίου 1827.

Ήταν ακατάβλητος αγωνιστής, αφιερωμένος στην απελευθέρωση της Πατρίδας, παρά τις άπειρες σε βάρος του επιθέσεις και ταπεινώσεις  που δέχθηκε από τις κυβερνήσεις. Όταν απεβίωσε η σύζυγός του, ήταν στην Αττικήν και δεν πήγε να προστατεύσει τα ανήλικα παιδιά του αλλά εξεστράτευσε σε επίθεση κατά των εχθρών στην Δόμβραιναν. Μεγαλείον πατριωτισμού λαμπρόν.

Ο Χριστόφορος Περραιβός στα απομνημονεύματά του δίδει λεπτομερή εικόνα του Καραϊσκάκη, ανάστημα μέτριον, σώμα ισχνόν υπομέλαν και ασθενές, πρόσωπον μακρύ και λεπτόν, οφθαλμοί μικροί και καστανοί, φρύδια πλατειά. μύσταξ μακρύς, ρις ευθεία, στόμα μεγάλον, οδόντες μικροί,  ανδρείος και τολμηρός εις τους κινδύνους, δραστήριος, στρατηγηματικός, ακούραστος είς τους αγώνες, μεγαλόψυχος εις τας σκληραγωγίας, κοινωνικός με όλους, εζήτη  δε συγγνώμην για λάθη που έκανε». Η φυματίωση τον είχε φέρει στα πρόθυρα του θανάτου πολλές φορές, αλλά για τον Καραϊσκάκην ασθένεια ήταν η υποδούλωση της Ελλάδος από τον μαύρον δυνάστην. Και αυτήν επολέμα επιτυχώς. Υποκλινόμεθα στους αγώνες και τα δεινά που υπέστη.

Ο τίτλος του παρόντος είναι ο τρόπος με τον οποίον υπέγραφε.