Τα δεδομένα της νόσησης των παιδιών με κορωνοϊό, αλλά και του εμβολιασμού τους εξηγεί στο ygeiamou ο Κωνσταντίνος Β. Σπυρόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής Πνευμονολογίας-Παθολογίας, επισημαίνοντας που πρέπει να δοθεί προσοχή, διαφορετικά το τέλος της πανδημίας μπορεί να αργήσει περισσότερο από όσο νομίζουμε. 

Στην Ελλάδα, όπως και στον υπόλοιπο κόσμο, είναι υπό εξέλιξη τα εμβολιαστικά προγράμματα. Έχουν σκοπό να καταστείλουν την πανδημία επιτυγχάνοντας την «ανοσία της αγέλης». Κατά γενική παραδοχή αυτό θα επιτευχθεί όταν εμβολιαστεί το 70% του γενικού πληθυσμού.

Ο πληθυσμός των παιδιών ηλικίας μεταξύ 0 – 15 ετών αποτελεί το 26% του παγκόσμιου πληθυσμού. Ο αντίστοιχος αριθμός για τις ηλικίες άνω των 65 ετών είναι 9% παγκοσμίως. Οι αριθμοί όμως είναι 41% και 3% για την Αφρική, 24% και 9% για την Λατινική Αμερική, 24% και 9% για την Ασία, 23% και 12% για την Ωκεανία, 18% και 17% για την Βόρεια Αμερική, 16% και 19% για την Ευρώπη.

Φαίνεται λοιπόν ότι τα παιδιά αποτελούν μεγάλο ποσοστό του γενικού πληθυσμού, διαφορετικού βεβαίως για την κάθε ήπειρο. Το γεγονός αυτό αποτελεί έναν παράγοντα για τον οποίον, επιδημιολογικά, τα παιδιά πρέπει να εμβολιασθούν για να πετύχουμε το ανοσιακό τοίχος της κοινωνίας.

Το άλλο δεδομένο είναι ότι τα παιδιά αν νοσήσουν δεν εμφανίζουν συνήθως συμπτώματα και κατά συνέπεια διασπείρουν τον ιό ανεξέλεγκτα. Διασπείρουν επίσης τον ιό ενδοοικογενειακά. Αυτό είναι σημαντικό για τον επιπολασμό της νόσου.

Παρά όμως το μικρό ποσοστό νοσηρότητας και θνησιμότητας, μικρός αριθμός παιδιών έχει νοσηλευθεί σε μονάδες εντατικής θεραπείας. Αναφέρεται ότι παγκοσμίως το ποσοστό αυτό είναι 3%. Οι θάνατοι είναι ελάχιστοι.

Άλλο πρόβλημα που αφορά τις πολύ μικρές ηλικίες είναι η μόλυνση των βρεφών κατά την περιγεννητική περίοδο, μετά δηλαδή την γέννησή τους. φαίνεται ότι η μόλυνση είναι συχνότερη κατά τον φυσιολογικό τοκετό παρά μετά καισαρική. Πρέπει να ληφθεί υπ όψιν ότι τα παιδιά έχουν την ίδια πιθανότητα να μολυνθούν, όπως και οι ενήλικες, σύμφωνα με τον Π.Ο.Υ.

Έχουν όμως, όπως έχει αναφερθεί, λιγότερα συμπτώματα και ελαφρύτερη νόσηση συνήθως. Σε έντεκα (11) σειρές παρατήρησης περιλαμβάνονται 333 βρέφη και παιδιά. Το 83% είχε ιστορικό ύποπτης επαφής κυρίως με μέλη της οικογένειας.

Ο χρόνος επώασης της νόσου ήταν 2 – 25 ημέρες, με μέσο όρο 7 ημερών. Ο ιός απομονώνεται από τον ρινοφάρυγγα των παιδιών για 22 ημέρες και από τα κόπρανά τους για 30 ημέρες.

Επιλοιμώξεις παρατηρήθηκαν στο 79% κυρίως από μυκόπλασμα της πνευμονίας και από τον ιό της γρίπης. Το 35% ήταν εντελώς ασυμπτωματικά. Τα υπόλοιπα είχαν κατά 48% βήχα, πυρετό 42%, φαρυγγίτιδα 30% και σε άλλοτε άλλη συχνότητα, ρινική καταρροή, ταχύπνοια, ρινική συμφόρηση, wheezing, διάρροια, εμετούς, πονοκέφαλο, καταβολή. Τα ακτινολογικά ευρήματα ήταν διηθήματα χαρακτηριστικά πνευμονίας.

Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι οι μικρές ηλικίες δεν αναπτύσσουν συνήθως βαριά νόσηση, αλλά υπάρχουν και σπάνια περιστατικά σοβαρής νόσησης, αλλά και θανάτων. Επίσης οι νέες ηλικίες διασπείρουν τον ιό και στην κοινότητα και ενδοοικογενειακά όπως αναφέρθηκε.

Φαίνεται λοιπόν ότι υπάρχει και πρακτική και ηθική υποχρέωση να εμβολιαστούν και οι μικρές ηλικίες και για να μην νοσήσουν, αλλά και να ελεγχθεί πλήρως η πανδημία. Έχουν αρχίσει λοιπόν κλινικές δοκιμές του εμβολίου έναντι της COVID – 19 για παιδιά με αισιόδοξο στόχο το σχολικό έτος 2021 – 2022.

Η Moderna έχει ανακοινώσει πρωτόκολλα σε παιδιά ηλικίας 6 μηνών – 11 ετών. Το FDA των Η.Π.Α. έχει δώσει άδεια στην Pfizer και Moderna για δοκιμές του εμβολίου σε ηλικίες 12 – 17 ετών. Η Astra – Zeneca σχεδιάζει μελέτη για ηλικίες 6 – 17 ετών. Η Pfizer έχει ήδη αρχίσει να μελετά, από τον περασμένο Οκτώβριο, 2000 παιδιά ηλικίας 12 – 16 ετών και αναμένεται να αρχίσει και άλλη μελέτη για ηλικίες 6 – 11 ετών.

Σύμφωνα με την Pfizer τα μεγαλύτερα παιδιά θα εμβολιασθούν την Άνοιξη και τα μικρότερα τέλος του χρόνου. Η Moderna ανακοίνωσε ότι θα ελέγξει 3000 παιδιά 12 – 17 ετών. Τα μισά θα πάρουν το εμβόλιο και τα υπόλοιπα placebo. Ο Fauci, Αμερικανός υπεύθυνος του προγράμματος, ανέφερε ότι τα παιδιά του λυκείου ίσως μπορέσουν να λάβουν το εμβόλιο μέχρι το φθινόπωρο.

Η AstraZeneca μελετά από το Φεβρουάριο 300 παιδιά ηλικίας 6 – 17 ετών. Απ’ αυτά τα 240 λαμβάνουν το εμβόλιο και τα υπόλοιπα placebo. Η σύσταση των εμβολίων ενηλίκων και παιδιών είναι ίδια. Πιθανώς να διαφέρει η ασφαλής δόση για τα παιδιά, (που πρέπει να προσδιορισθεί με απόλυτη ακρίβεια).

Πρέπει να προσδιορισθεί η ελάχιστη δόση που προκαλεί ικανοποιητική ανοσολογική απόκριση και ταυτοχρόνως είναι ασφαλής. Η δόση του εμβολίου Moderna για ενήλικες, είναι 100 microgram. Δοκιμάζονται τρείς δόσεις για παιδιά μικρότερα των 2 ετών : 25,50 και 100 microgram και δύο δόσεις για παιδιά μεγαλύτερα των 2 ετών : 50 και 100 microgram.

Πρέπει να είναι αυτονόητο ότι μέχρι να ολοκληρωθεί ο εμβολιασμός θα πρέπει τα παιδιά να φοράνε μάσκες, να τηρούν αποστάσεις, να πλένουν τα χέρια τους. Καλύτερο είναι τα παιχνίδια να γίνονται με μάσκα και σε εξωτερικούς χώρους. Τελειώνοντας, αν υποθέσουμε ότι ο εμβολιασμός των παιδιών στην Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική θα ολοκληρωθεί στο τέλος του 2021 τότε σ’ αυτά τα μέρη θα έχουμε ικανοποιητική ανοσία της αγέλης.

Στην Αφρική όμως, λόγω των κακών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, το προσδόκιμο επιβίωσης είναι πολύ χαμηλότερο από αυτό του ανεπτυγμένου κόσμου και γι’ αυτό όπως αναφέρθηκε, ο πληθυσμός των ηλικιών 0 – 15 ετών είναι 41% και αυτός άνω των 65 3%. Στην Αφρική αν δεν εμβολιαστούν όλα τα παιδιά δεν θα επιτευχθεί ανοσία της αγέλης με συνέπειες και για την ίδια την Αφρική, αλλά και για τον υπόλοιπο κόσμο, προφανώς λόγω των μετακινήσεων των πληθυσμών.

Πρέπει να δοθεί από τον Π.Ο.Υ. προσοχή στο θέμα, γιατί σε άλλη περίπτωση το τέλος της πανδημίας θα είναι πολύ πιο μακριά απ’ ότι νομίζουμε. Στην πατρίδα μας πρέπει η συμμετοχή στον εμβολιασμό όλων των ενηλίκων να είναι μαζική για να ακολουθήσει και ο απαραίτητος εμβολιασμός των πολύ μικρών ηλικιών.

Πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι αν τα πράγματα εξελιχθούν, ευνοϊκά, όπως τα περιγράφουμε θεωρητικά, προς το τέλος του εμβολιασμού των παιδιών θα πρέπει μάλλον να επανασχεδιάσουμε τον επανεμβολιασμό του ενήλικου πληθυσμού. Φαίνεται ότι η αντιμετώπιση της πανδημίας είναι πρόκληση που δοκιμάζει την λογική, την βούληση και το συναίσθημα.

Ο Κωνσταντίνος Β. Σπυρόπουλος είναι Ομότιμος Καθηγητής Πνευμονολογίας-Παθολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών».