10η) Συνέχεια

κόστατη μικαι καναριος

Οι μεγάλοι Ναυμάχοι, Στρατηγοί, Οπλαρχηγοί αλλά και οι απλοί στρατιώτες κατά την Επανάσταση για αποτίναξη του μαύρου επί 400 χρόνια τουρκικού ζυγού, δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να μάθουν γράμματα. Αγωνιζόταν για να επιβιώσουν, γυμναζόταν στα βουνά ως Κλέφτες και στην θάλασσα ως ναυτικοί και έμποροι. Σ’ όλες τις περιπτώσεις διέπρεψαν. Μεταξύ των ολιγογραμμάτων ήταν και ο Ναύαρχος Κωνσταντίνος Κανάρης. Γεννήθηκε στα Ψαρά το 1793. Έμαθε στοιχειώδη γραφή από τον εκτελούντα χρέη δασκάλου Μώρον, ο οποίος δίδασκε στα παιδιά βασικήν γραφήν Ελληνικά, αριθμητικήν και ανάγνωση.

Οι περιορισμένες γραμματικές γνώσεις δεν εμπόδισαν τον Κανάρην να διαπρέψει ως ναυτικός αλλά και ως μαχητής στον απελευθερωτικόν Αγώνα των Ελλήνων. Ο πατέρας του Μιχαήλ ήταν φτωχός ναυτικός και η μητέρα του έκανε την πρακτικήν ιατρόν. Ο πρόωρος θάνατος του πατρός, τον ανάγκασε να εργασθεί στα πλοία, γιατί στο σπίτι τους επικρατούσε μεγάλη πενία. Μπαρκάρισε ως μούτσος (δόκιμος ναυτικός) στο πλοίον του θείου του Δημήτρη Βουρέκα, ο οποίος τον δίδαξε τα μυστικά του ναυτικού. Τυχόν ελεύθερες ώρες στο πλοίον, όσες ήταν αυτές, τις διέθετε για εκμάθηση διαβάζοντας την «Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου».

Τα ταξίδια τον κατέστησαν έμπειρον ναυτικόν, τολμηρόν και ανυποχώρητον σε κάθε κίνδυνον. Στην κοινωνικήν ζωήν αντιθέτως ήταν εντελώς διαφορετικός, απλός, συνεσταλμένος, ντροπαλός θα έλεγε τις και ολιγομίλητος, αποφεύγοντας ακόμα και τις διασκεδάσεις των ομηλίκων του και των λοιπών κατοίκων. Ο Σαράντος Καργάκος στο βιβλίον του «Η Ελληνική Επανάσταση του 1821» γράφει χαρακτηριστικώς «Αγάπησε σφοδρά την Δέσποινα Μανιάτη χωρίς να τολμήσει από συστολή να της το εξομολογηθεί και αυτή ανυποψίαστη μνηστεύθηκε τον μεγαλύτερον αδελφόν του. Ο Κωνσταντίνος που ήταν φιλόθρησκος, αποφάσισε να γίνει μοναχός, αλλ’ ο μεγαλόψυχος αδελφός του κατάλαβε τι τον ωθούσε στην απόφαση αυτή και παρατήθηκε από την μνηστεία. Το 1817 η Δέσποινα Μανιάτη έγινε σύζυγος του Κωνσταντή και του χάρισε επτά παιδιά».

Με το πλοίον του θείου του συνέχισε το ναυτικόν εμπόριον μεταφέροντας σίτον από Ρωσίαν στην Δύση. Στην Οδυσσόν τον συνήντησαν οι Φιλικοί, αλλά δεν τόλμησαν να τον μυήσουν στην Εταιρείαν, γιατί τον θεωρούσαν πολύ συνεσταλμένον έως άτολμον χαρακτήρα! Εκεί ευρίσκετο όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση και αμέσως έφυγε για τα Ψαρά να βρεθεί κοντά στην οικογένειάν του.

Έλαβε ενεργόν μέρος στον Αγώνα ο οποίος εξήψε τον φλογερόν πατριωτισμόν του νεαρού ναυτικού Κανάρη. Αφοσιώθηκε ειδικώς στην χρήση των πυρπολικών και εντάχθηκε αρχικώς στον στολίσκον του Νικολή Αποστόλη, όπου εξειδικεύθηκε σ’ αυτά.

Το πρώτον του τόλμημα ήταν στην Χίον. Ξεκίνησαν από τα Ψαρά, αλλά ο άνεμος δεν ήταν ευνοϊκός κι έμειναν στο πέλαγος πέντε ημερόνυχτα. Για να μη τους αντιληφθούν οι τούρκοι ύψωσαν την Αυστριακήν σημαίαν στους ιστούς τους, παγίδα η οποία επέτυχε δοθέντος ότι αναγνωριστικά οθωμανικά πλοία που τους αντελήφθησαν φώναζαν. «Αυστριακοί Αυστριακοί»!!! Στις 6 προς 7 Ιουνίου 1822 αφού ο καιρός βοήθησε εισήλθε στο λιμάνι το ασέληνον μεσονύκτιον, με μεγίστους κινδύνους πυρπόλησέ την ναυαρχίδα των τούρκων, τεράστιον πλοίον που ήταν αγκυροβολημένον στην Χίον και προκάλεσε παγκόσμιον θαυμασμόν, βοήθησε δε την Ελλάδα στον δύσκολον Αγώνα της. Κάηκαν 2.000 τουρκαλβανοί, μεταξύ των οποίων και ο αρχιναύαρχος Καρά Αλής.

Όταν επέστρεψαν στα Ψαρά πήγαν στην Εκκλησίαν του Αγίου Νικολάου ξυπόλυτοι όλοι όπου έγινε και δοξολογία.

Στις 28 Οκτωβρίου 1822 πυρπόλησε μέγα εχθρικόν δίκροτον στα στενά της Τενέδου και χάθηκαν 800 εχθροί. Στους ιστούς των πλοίων τώρα είχα υψώσει την τουρκικήν σημαίαν και φορούσαν οθωμανικές ενδυμασίες. Και εδώ η παγίδα πέτυχε. Οι τούρκοι περιήλθαν σε πανικόν και αδυναμίαν να αντιμετωπίσουν τα πυρπολικά. Ο Κανάρης έγινε θρύλος στην Ευρώπην. Χρειάσθηκαν έξι ημέρες να φθάσουν στα Ψαρά! Στις 4 Νοεμβρίου την ημέραν του πανηγυρισμού για την «Ιεροπραξίαν των μπουρλοτιέρηδων» ο κυβερνήτης της αγγλικής κορβέτας «Περσεύς» που βρισκόταν στο νησί ζήτησε να δει τους πυρπολητές. Ιδών τον Κανάρην έβγαλε την σπάθην από την μέσην του και του την προσέφερε ως σημείον της αυτού επιδεξιότητος. Αντιθέτως ο υπεύθυνος του τουρκικού στόλου στην Τένεδον κληθείς υπό του σουλτάνου απεκεφαλίσθη για την πυρπόληση της φρεγάτας.

Στις 5 Αυγούστου είχε τρομερήν ναυμαχίαν με μεγάλη τουρκικήν φρεγάταν την οποίαν έτρεψε σε φυγή και η οποία μετέφερε 1.000 στρατιώτες από την τουρκικήν ακτήν, για απόβαση στην Σάμον, παρ΄ ότι επυροβολείτο απαύστως από πολλές βάρκες που είχαν ρίξει στην θάλασσαν οι εχθροί. Ο Α. Φωτάκος αναφέρει «ήταν εντελώς παράδοξον να βλέπει κάποιος ένα βαρκάκι να κυνηγά ένα τεράστιον πλοίον».

Ο Σάμουελ Χάου για την διαφοράν Ελλήνων και τούρκων στην θαλασσίαν δυνατότητα γράφει. « Οι τούρκοι ναύτες ήσαν άξεστοι, δειλοί και άπειροι. Πάνω δε απ’ όλα έτρεμαν τα πυρπολικά. Φανταζόταν ότι κάθε καράβι που τους πλησίαζε ήταν μπουρλότο. Οι Έλληνες αντιθέτως πάνω στην θάλασσαν ένιωθαν σαν στο σπίτι τους. Ζωηροί και άφοβοι ναυτικοί ήξεραν πώς να φέρουν βόλτα μια τουρκική φρεγάτα, χωρίς να πάθουν τίποτε. Γνώριζαν τον φόβον που ένιωθαν οι τούρκοι για τα πυρπολικά κι είχαν στην μνήμην τους τον τολμηρόν Κανάρην».

Σε μίαν από τις ναυμαχίες της Σάμου 4 Αυγούστου 1824 ο ατρόμητος Κανάρης οδήγησε το πυρπολικόν του φλεγόμενον, εναντίον τουρκικής φρεγάτας με ορμήν, αλλά με την πρόσκρουση στο εχθρικόν το σάπιον καΐκι βυθίστηκε πριν μεταδώσει την φλόγα στο εχθρικόν. Ο Κανάρης κινδύνεψε να πνιγεί, να σκοτωθεί ή να αιχμαλωτισθεί γιατί η σκαμπαβία με την οποίαν έφευγαν δέχθηκε καταιγισμόν πυρών, σκοτώθηκαν τρείς (3) τραυματίσθηκαν δύο (2) ανάμεσά τους και ο Κανάρης. Η έκταση των κινδύνων δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί. Κόλαση πραγματική.

Στις 5 Αυγούστου έγινε νέα ναυμαχία. Κατά αυτήν ο Κανάρης προσκόλλησε το πυρπολικόν στην φρεγάτα με το αλλαζονικόν όνομα «Μπουρλότ κιρκμάζ» = «Δεν φοβούμαι τα πυρπολικά»!!! η οποία μετέφερε 1.000 στρατιώτες εκτός του πληρώματος προς την ακτήν. Ανεφλέγη και η καταστροφή ήταν μεγίστη.

Οι πυρπολήσεις οθωμανικών πλοίων από τον Κανάρην ήταν συνεχείς και η κυριαρχία στην θάλασσαν ανήκεν στους Έλληνες.

Διέφυγε δεκάδες φορές από βέβαιον θάνατον. Εσώθη στην καταστροφήν των Ψαρών, αλλά και σε πυρπόληση πλοίου στο Τρίκερι, όπου τον έσωσε ο Θεόδωρος παπα-Εμμανουήλ Πάσσαρης, εξ Αμοργού. Για το συμβάν θα αναφερθούμεν προσεχώς.

Ο Κανάρης έγινε το ίνδαλμα στους Ευρωπαϊκούς Λαούς και πηγή εμπνεύσεως για συγγραφείς και καλλιτέχνες, οι δε Έλληνες αγωνιστές τον θεωρούσαν ως έναν από τους πιο σώφρονες και γενναίους άνδρες που ξεπήδησαν από τις φλόγες της αγωνιζομένης Πατρίδας. Και τον ετίμησαν δεόντως.

Το 1827 παρέστη ως αντιπρόσωπος των Ψαρών στην Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνος.

Το 1828 αντικατέστησε τον Ι. Μαυρομιχάλην και έγινε φρούραρχος της Μονεμβασίας. Μετά την δολοφονίαν του Καποδίστρια απεσύρθη της πολιτικής και ζούσε ηρέμως στην Ερμούπολη Σύρου. Επί Όθωνος ανεκλήθη και έλαβε τον βαθμόν του Υποναυάρχου. Επί κυβερνήσεως Α. Μεταξά έγινε υπουργός, επί κυβερνήσεως Κωλέττη, Μαυροκορδάτου και Ρούφου υπουργός των Ναυτικών.

Πρωθυπουργός διετέλεσε τις παρακάτω περιόδους.

1)16.2.1844 έως 30-3-1844

2)15.10.1848 έως 12.12.1849

3)5.3.1864 έως 16.4.1864

4)26.7.1864 έως 9.2.1865 και

5) 26.5.1877 έως 2.9.1877 ότε και απεβίωσε επί του καθήκοντος και υπό το βάρος των μόχθων, των πολυχρονίων απεριγράπτων ταλαιπωριών και της υψίστης Διοικητικής ευθύνης, ενταφιασθείς στο Α΄ Νεκροταφείον Αθηνών .εν μέσω αφάτου οδύνης.

Το 1863 πήγε στην Δανίαν ως αντιπρόσωπος για να προσφέρει το στέμμα στον Βασιλέα Γεώργιον. Τον Μάϊον του 1877 λόγω του Ρωσοτουρκικού πολέμου έγινε Πρόεδρος της Οικουμενικής Κυβερνήσεως.

Ο Gravier αναφέρει πως ο υπασπιστής του Δεριγνύ τον αποκαλούσε « Ο ανδρείος των ανδρείων η ειλικρινεστάτη και η χρηστοτάτη των ψυχών».

Ο Μπερανζέ τον προβάλει ως μοναδικόν σύμβολον γεναιότητος, αρετής, τόλμης και φιλοπατρίας.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ συχνά τον μνημονεύει, ιδίως δε στο ποίημα «Ναυαρίνο».

Ο Ανδρέας Κάλβος, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Αλέξανδρος Πάλλης και δεκάδες ποιητές και πεζογράφοι έχουν αναφερθεί με έμφαση στα έργα τους για τον Κανάρην.

Στο Παρίσι υπάρχει οδός στο όνομα του Κανάρη.

Η συμβολή του στον ναυτικόν Αγώνα του1821 για αποτίναξη της οθωμανικής σκλαβιάς υπήρξε μέγιστος. Μεγίστη δε ήταν και η προσφορά του στον πολιτικόν στίβον, παρά το ότι οι γραμματικές του γνώσεις ήσαν ανεπαρκείς, όπως δείχνει η υπογραφή του την οποίαν εθέσαμεν ώς τίτλον στο παρόν σημείωμα προς τιμήν του.