Είθισται στα στρατιωτικά κινήματα που αποτυχαίνουν να επικρατήσουν-και ο ελληνικός μεσοπόλεμος είχε πολλά από αυτά- να γιγαντώνουν τις δυνάμεις εκείνες εναντίον των οποίων στρέφονταν. Και φυσικά η τελευταία απόπειρα πριν την 4η Αυγούστου δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετικό  αποτέλεσμα. Η πανικόβλητη βενιζελική παράταξη μετά από μια δεκαετία σχεδόν απρόσκοπτης άσκησης της εξουσίας , με αυτή της την κίνηση άνοιξε, αλλά και κορύφωσε, τις διαδικασίες παραβίασης του Συντάγματος, υποδαυλίζοντας την εκδικητική μανία των «Λαικών» ο οποίοι προχώρησαν σε μαζικές εκκαθαρίσεις στρατιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων.

Το κίνημα βέβαια ήταν συντονισμένο με το ιστορικό γίγνεσθαι, παρότι από πολλές απόψεις, θα μπορούσε να θεωρηθεί πως είχε συντεχνιακά και μικροκομματικά ελατήρια. Η εποχή ευνοούσε τον κρατικό παρεμβατισμό(είχαν προηγηθεί το «κράχ» του 1929 και η στάση πληρωμών του 1932) και για πολλούς, όπως ο Ιωάννης Μεταξάς, ο κοινοβουλευτισμός ήταν «εμπόδιο» για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της εποχής. Μάλιστα ,από μια άλλη σκοπιά, παρόμοιες διαπιστώσεις έκανε και ο Βενιζέλος, ήδη τον Οκτώβρη του 1934,  υπογραμμίζοντας πως ο τόπος βρισκόταν ενώπιον μιας έκρηξης που ίσως οδηγούσε ακόμα και σε εμφύλιο πόλεμο. Πιθανόν , ο ίδιος να ένιωθε ιδιαίτερα ενοχλημένος, που η συντηρητική παράταξη του Τσαλδάρη, κάλυπτε εκείνους που είχαν αποπειραθεί, να τον δολοφονήσουν τον Ιούνιο του 1933 αλλά και ιδιαίτερα επιφυλακτικός για το πόσο ακόμα θα ξόδευε το προσωπικό του κύρος για να κατευνάζει τις ανησυχίες βενιζελικών αξιωματικών. Ανησυχίες που είχαν να κάνουν με την δική τους επιρροή στο στράτευμα, αλλά και με το πόσο «ευάλωτη» ήταν η «Αβασίλευτη» που είχε εγκαθιδρυθεί το 1924.

Με το κίνημα της 1η Μαρτίου του 1935, στην ουσία ο Πλαστήρας με τον Βενιζέλο, επανέλαβαν το κίνημα της Εθνικής άμυνας , αναβιώνοντας την μάχη «έθνους-κράτους» , όπως και το 1916, κινητοποιώντας τις λεγόμενες «Νέες χώρες» εναντίον της «παλιάς Ελλάδας». Και η αλήθεια είναι πως για λίγες ώρες το κίνημα πέτυχε, αφού απέναντί του είχε τον αδύναμο Τσαλδάρη η κυβέρνηση του οποίου είχε παραλύσει.  Η απουσία όμως φυσικής ηγεσίας( ο Πλαστήρας μάλιστα ήταν ήδη στο Παρίσι) και η ελλιπέστατη οργάνωση του το έκαναν να ατονήσει δέκα μέρες μετά. Αλλιώς υπήρχαν σοβαρότατες ενδείξεις πως θα είχε εξελιχθεί σε μάχη αγριότητας όμοια με αυτήν του Ισπανικού εμφυλίου λίγο αργότερα.

Όπως προαναφέρθηκε οι συνέπειες ήταν σοβαρότατες. Αναλυτικότερα,  ο Βενιζέλος εγκατέλειψε οριστικά την Ελλάδα, αφού  αρχικά θα διέφευγε στην ιταλοκρατούμενη Κάσο και θα πέθαινε στο Παρίσι ακριβώς ένα χρόνο μετά. Πίσω στην Ελλάδα όμως, οι βασιλόφρονες αξιωματικοί είχαν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους σε επαγγελματικό φόντο, καθώς με συνοπτικές διαδικασίες καθαίρεσαν και εκτέλεσαν πρώην «δικούς τους» αξιωματικούς που μετά την Μικρασιατική καταστροφή είχαν προσχωρήσει στον Βενιζελισμό και μάλιστα είχαν συμμετάσχει ως μάρτυρες κατηγορίας,  στην δίκη των Εξ, το Νοέμβριο του 1922! Η ρεβάνς δεν μπορούσε να περιμένει! Ταυτόχρονα ο Κονδύλης, γιγαντωνόταν, υποσκελίζοντας τον Τσαλδάρη, διοργανώνοντας τις «εκλογές» του Ιουνίου του 1935  υπό  καθεστώς στρατιωτικού νόμου, στις οποίες οι Βενιζελικοί εν μέσω κλίματος τρομοκρατίας δεν συμμετείχαν , αναδεικνυόμενοι σε ιδανικούς αυτόχειρες. Χάνοντας κάθε θεσμικό έρεισμα να «μπλοκάρουν» την παλινόρθωση του Γεωργίου Β’ που συνέβη νομοτελειακά τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς με  «δημοψήφισμα» μέσα ένα όργιο βίας και νοθείας.

Ο Κονδύλης όμως με τον αυταρχισμό του και την άγρια καταστολή του κινήματος, άθελα του ίσως διέρρηξε την διαχωριστική γραμμή μεταξύ Βενιζελισμού και Αριστεράς που ιδιαίτερα μετά το «Ιδιώνυμο» , οι σχέσεις των δύο χώρων χαρακτηρίζονταν από «πολικές» θερμοκρασίες. Ακούσια έδωσε μια σπρωξιά στον Βενιζελισμό, να αποκτήσει ένα πιο ριζοσπαστικό χαρακτήρα, όπως φαίνεται σε ένα δυναμικό κομμάτι του ιδιαίτερα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σίγουρα πάντως , το «άτιμον ΒενιζελοΠλαστηρικό κίνημα» όπως έγραψε η αντιβενιζελική «Καθημερινή» τότε στα εξώφυλλά της είχε ως θύμα του την νεαρή Αβασίλευτη Δημοκρατία. Αυτή θα έπρεπε να περιμένει περίπου 40 χρόνια ακόμα.

Ο Διονύσης Γ. Γράψας είναι ιστορικός και εργάζεται στην ιδιωτική δευτεροβάθμια εκπαίδευση.