Ο Προύσαλης, ο… ενωμοτάρχης της καρδιάς μας από τις Άγριες Μέλισσες, ξέρει πολύ καλά ότι κάτι τρέχει με τη Ρίζω, όμως θα ήθελε πολύ να της ρίξει χυλόπιτα για τα μάτια μιας άλλης! Στην πραγματική ζωή πάντως ο Γιώργος Σουξές αναζητά τη δική του Ρίζω…

«Δεν μου άρεσαν ποτέ οι ρόλοι των αστυνομικών, των γιατρών, των δικηγόρων, γιατί τους θεωρούσα απολύτως διεκπεραιωτικούς. Δηλαδή λένε “συλλαμβάνεσαι” και τελείωσε. Ο ρόλος του Προύσαλη όμως έχει να κάνει με το χωριό και τους ανθρώπους του, που τους γνωρίζει και τους αγαπά. Αυτό λοιπόν μου έδωσε την ευκαιρία να βάλω πιο ανθρώπινα στοιχεία μέσα στον ρόλο, να μην είναι ένας στυγνός αστυνομικός. Δεν μπορώ να πω το κείμενο όπως είναι γραμμένο, προσπαθώ να κάνω τον λόγο δικό μου. Επίσης μου θυμίζει ήρωα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Αυτό με εξιτάρισε ακόμα περισσότερο, με έκανε να θέλω να βάλω στοιχεία και από εκεί και πολλές φορές το πετυχαίνω» λέει ο Γιώργος Σουξές στο περιοδικό Τηλέραμα και τον Βασίλη Ανδριτσάνο.

Έχετε κοινά στοιχεία με τον ρόλο στις Άγριες Μέλισσες;

«Εγώ δεν ήμουν με τη μητέρα μου έτσι όπως είναι ο Προύσαλης, ήμουν εσωτερικά έτσι. Δηλαδή μπορεί να ήμουν πιο ατίθασος σαν παιδί, αλλά στην πραγματικότητα έτσι αισθανόμουν, όπως αυτός. Επίσης το αίσθημα της δικαιοσύνης είναι για μένα πολύ αυξημένο».

Η σχέση που έχει με τη μητέρα του είναι χαριτωμένη, αστεία, αλλά και βαθιά συγκινητική. Πώς την αντιμετωπίζετε εσείς;

«Θεώρησα ότι θα έπρεπε να δίνουμε στοιχεία που οι άνθρωποι τα βλέπουν μες στα σπίτια τους και να δίνουμε μηνύματα στο πώς πρέπει να φέρονται απέναντι στους γονείς τους. Ξέρω περιπτώσεις που τα παιδιά δεν συμπεριφέρονται καθόλου καλά στους γονείς τους. Πιστεύω ότι πρέπει να εκτιμούν αυτό που τους έδωσαν οι γονείς τους και να το σέβονται μέχρι το τέλος της ζωής τους».

Ο ερχομός του Βόσκαρη δυσκόλεψε τη ζωή του…

«Ο Προύσαλης προσπαθεί να ανακαλέσει την παραίτησή του, ο Βόσκαρης δεν το δέχεται και τότε η Ρίζω αναλαμβάνει δράση (γέλια), ξεσηκώνει το χωριό και του δείχνουν πως θα πρέπει να το ξανασκεφτεί το πράγμα. Ο Βόσκαρης δεν είναι βλάκας, είναι ένας ελεεινός χαρακτήρας, που το καταλαβαίνει και αναδιπλώνεται».

Γιατί δεν παντρεύεται; Η Ρίζω θα ήταν μια καλή περίπτωση…

«Ο Προύσαλης είναι άνθρωπος που του αρέσει να είναι “ήρεμος”. Βλέπει τι γίνεται με τα γύρω ζευγάρια και δεν θα ήθελε να το ζήσει (γέλια). Η Ρίζω, από την άλλη, είναι πολύ επαγγελματίας, είναι… πολυεθνική! Και αβγά πουλάει και μαντίλια και μοσχάρια και γυναίκες ξεγεννάει… Είναι γυναίκα καριέρας, οπότε μάλλον δεν συναντήθηκαν οι δρόμοι μας. Ίσως να συναντηθούν όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Φανταστείτε ο Προύσαλης από τη μία να έχει τη μάνα του και από την άλλη τη Ρίζω! Σαν ένα στερεοφωνικό που παίζει στη διαπασών».

Ποια ήταν η πιο δύσκολη σκηνή που γυρίσατε στις Άγριες Μέλισσες;

«Από πλευράς υποκριτικής, μια δύσκολη σκηνή για μένα ήταν τότε με τη μητέρα μου, που ήθελε να πάει στο γλέντι. Και η δική μου μητέρα είχε ένα μπαστουνάκι. Δεν μπορούσε να βγει από το σπίτι και έλεγε: “Αχ, να μπορούσα να πάω κάπου μια Κυριακή!”… Και αναρωτήθηκα αν θα έπρεπε να το βγάλω με περισσότερο κλάμα ή όπως μιλούσα στη δική μου τη μητέρα. Ξεκίνησε η σκηνή και πήγαινε η κυρα-Δέσπω προς την πόρτα με τα μπαστουνάκια. Εγώ ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι έβλεπα τη μάνα μου και όχι τον ρόλο. Αποφάσισα λοιπόν να τα πω όπως μιλούσα και σε εκείνη. Με πολλή αγάπη από μέσα, με λίγη αυστηρότητα απ’ έξω».

Πώς θα θέλατε να δείτε τον ρόλο σας να εξελίσσεται στις Άγριες Μέλισσες;

«Θα ήθελα να τον θέλει η Ρίζω και αυτός να θέλει μια άλλη! Υπάρχει κάτι ανάμεσά τους και μερικές φορές δίνουμε κι εμείς κάποιες νύξεις σε αυτό, χωρίς όμως να το αφήνουμε απολύτως ελεύθερο να διαφανεί».

Ο κόσμος επικοινωνεί μαζί σας;

«Μου έχουν γράψει δύο φοβερά πράγματα. “Είσαι ο ενωμοτάρχης της καρδιάς μας” (γέλια) και το δεύτερο, το συγκλονιστικό, είναι το “σε αγαπάμε σπάταλα”! Δεν το είχα ξανακούσει ποτέ».

Υπάρχει προβληματισμός για το επόμενο βήμα;

«Φυσικά και υπάρχει. Αναγκαστικά θα πας να δουλέψεις κάπου, έστω και αν θα είναι υποδεέστερη η δουλειά».

Κοιτάζοντας πίσω την καριέρα σας, μετανιώνετε που γίνατε ηθοποιός;

«Ήμουν δημόσιος υπάλληλος από τα 17 μου χρόνια και στα 21 τα παράτησα για να ακολουθήσω αυτό που αγαπούσα. Ήμουν μόνιμος στη ΔΕΗ. Ήμασταν γαμπροί περιζήτητοι εκείνη την εποχή! Πέρασαν τόσα χρόνια και όλοι μου οι συμμαθητές είναι συνταξιούχοι. Κάθονται στο σπίτι, η δημιουργικότητά τους έχει τελειώσει… Εγώ τώρα κάνω καριέρα, να το πω αστειευόμενος. Αυτό μου δίνει ζωή».

Έχετε λάβει περισσότερες χαρές παρά πίκρες από το επάγγελμα;

«Μόνο πίκρες… Οι χαρές είναι πολύ λίγες. Είναι μια δουλειά. Για μένα μπορεί την ώρα που είμαι πάνω στη σκηνή να είναι δημιουργία, όλες τις άλλες ώρες όμως είναι συζητήσεις, διαπραγματεύσεις, προβλήματα. Σε έναν πολύ μικρό βαθμό είναι και κάτι σαν λειτούργημα. Πρέπει να περνάς καλά μηνύματα στον κόσμο».