Τους πρώτους μήνες μετά το εξιτήριό τους από το νοσοκομείο, οι ασθενείς με COVID-19 αντιμετωπίζουν υψηλό κίνδυνο επιπλοκών, επανανοσηλείας ακόμη και θανάτου, υποστηρίζει ένας αυξανόμενος αριθμός μελετών.

Ωστόσο, οι πρώτες 10 ημέρες μπορεί να είναι και οι πιο επικίνδυνες, σύμφωνα με μία νέα μελέτη ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Michigan και το VA Ann Arbor Healthcare System που δημοσιεύθηκε στο JAMA.

Όπως δείχνει η μελέτη αυτή, οι ασθενείς με COVID-19 είχαν 40-60% υψηλότερο κίνδυνο να επιστρέψουν ξανά στο νοσοκομείο ή να πεθάνουν μέσα στις πρώτες 10 ημέρες από το εξιτήριό τους, συγκριτικά με άλλους ασθενείς που νοσηλεύθηκαν τους ίδιους μήνες στα ίδια νοσηλευτικά ιδρύματα για καρδιακή ανεπάρκεια ή πνευμονία, όπως αναφέρει το ygeiamou.

Μετά τις 60 ημέρες, πάντως, ο συνολικός κίνδυνος εκ νέου εισαγωγής στο νοσοκομείο ή θανάτου για τους ασθενείς με COVID-19 ήταν χαμηλότερος από εκείνον για τις δύο προαναφερθείσες παθήσεις.

Ακόμα κι έτσι, όμως, μέσα στους πρώτους δύο μήνες το 9% των πασχόντων από COVID-19 που επιβίωσαν μετά τη νοσηλεία τελικά απεβίωσαν και σχεδόν το 20% υποτροπίασαν, καταλήγοντας ξανά στο νοσοκομείο. Το ποσοστό αυτό μάλιστα έρχεται να προστεθεί στο 18,5% εκείνων που πέθαναν κατά τη διάρκεια της νοσηλείας.

Οι ερευνητές συνέκριναν τα αποτελέσματα υγείας μετά τη νοσηλεία για σχεδόν 2.200 βετεράνους με COVID-19 που νοσηλεύθηκαν σε 132 νοσοκομεία των ΗΠΑ με εκείνα σχεδόν 1.800 ασθενών που νοσηλεύθηκαν για πνευμονία άσχετη με την COVID-19 και 3.500 ασθενών που νοσηλεύθηκαν για καρδιακή ανεπάρκεια κατά την ίδια χρονική περίοδο (άνοιξη – αρχές καλοκαιριού).

Ανάγκη συνεχούς επαγρύπνησης
Με εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους να νοσηλεύονται για σοβαρά προβλήματα από την COVID-19 και τα νοσοκομεία να προσπαθούν να ελευθερώσουν ή να δημιουργήσουν κρεβάτια για τις τρέχουσες ανάγκες, η μελέτη υποδεικνύει μια σοβαρή ανάγκη για συνεχή επαγρύπνηση κατά της πρώτες ημέρες μετά το εξιτήριο.

«Συγκρίνοντας τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα των ασθενών με COVID-19 με εκείνα άλλων σοβαρά ασθενών, παρατηρούμε ένα μοτίβο μεγαλύτερου από το συνηθισμένο κινδύνου από την πρώτη έως και τη δεύτερη εβδομάδα, περίοδος που μπορεί να αποδειχθεί πολύ επικίνδυνη για τον οποιονδήποτε. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι τι μπορούμε να κάνουμε για αυτό, πώς μπορούμε να σχεδιάσουμε καλύτερα το πλάνο εξιτηρίου για αυτούς του ασθενείς. Πώς μπορούμε να μεθοδεύσουμε την επικοινωνία και τη μετά-νοσηλείας φροντίδα ανάλογα με τις ανάγκες τους και πώς να βοηθήσουμε αυτούς που τους φροντίζουν να προετοιμαστούν και να αντιμετωπίσουν την κατάσταση», αναφέρει ο Δρ. John P. Donnelly, πρώτος συγγραφέας της μελέτης και επιδημιολόγος στο Πανεπιστήμιο του Michigan.

Αυξανόμενα στοιχεία

Για την παρούσα εργασία ο Δρ. Donnelly συνεργάστηκε με τους γιατρούς Hallie Prescott και Theodore Iwashyna, οι οποίοι είχαν δημοσιεύσει μια άλλη πρόσφατη μελέτη που έδειχνε την βραδεία ανάρρωση των ασθενών με COVID-19 που νοσηλεύθηκαν σε νοσοκομεία του Mishigan κατά τη διάρκεια της άνοιξης.

«Δυστυχώς, υπάρχουν ακόμα περισσότερα στοιχεία που δείχνουν ότι η COVID-19 δεν είναι ασθένεια ‘μια κι έξω’. Για πολλούς ασθενείς, η νόσος φαίνεται να προκαλεί πολλά προβλήματα εξίσου σοβαρά με αυτά που βλέπουμε σε άλλες παθήσεις. Ωστόσο, ελάχιστο κομμάτι της υγειονομική απόκριση και της επιστημονικής έρευνας είναι σχεδιασμένα για να βοηθήσουν αυτούς τους ασθενείς, καθώς περνούν ημέρες, εβδομάδες, ακόμα και μήνες για να αναρρώσουν από την COVID-19», σχολιάζει ο Δρ. Iwashyna.

Σημειώνεται, τέλος, ότι από τους συμμετέχοντες στη μελέτη, ο μόνος παράγοντας που διαφοροποιούσε σημαντικά τα αποτελέσματα ήταν αυτός της ηλικίας. Ενδεικτικά, σχεδόν οι μισοί από τους ανθρώπους 70-80 χρονών πέθαναν μέσα σε 60 ημέρες από την έξοδό τους από το νοσοκομείο.