100 άτομα περισσότερα, σε σύγκριση με την περασμένη χρονιά, θα λάβουν φαγητό τα φετινά Χριστούγεννα από τον Άρτο της Αγάπης.

Πρόκειται για την δομή της Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών που τα τελευταία χρόνια στηρίζεται όσο κανείς τους άπορους της πόλης προσφέροντας τους καθημερινά έτοιμα μαγειρεμένο φαγητό.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της δομής το διάστημα μεταξύ των περασμένων Χριστουγέννων έως τα φετινά ο αριθμός των ατόμων που σιτίζονται από αυτή έχει αυξηθεί κατά 100 μερίδες. Το σύνολο των μερίδων που θα δοθούν τις φετινές γιορτές από τον Άρτο θα φτάσει τις 400 από 300 που ήταν πέρυσι.

Η αύξηση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην κρίση της πανδημίας αφού από τη στιγμή που εμφανίστηκε ο κορωνοϊός υπήρξε και αυτή η τάση που βρίσκεται σε εξέλιξη και δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί αφού όλα δείχνουν ότι ο αριθμός που θα στραφούν στην εκκλησία ακόμα για βοήθεια μεγαλώσει ακόμα περισσότερο τους επόμενους μήνες.

Ο Πρωτοσύγκελος Αρτέμιος, υπεύθυνος της λειτουργίας της δομής τονίζει: «Σίγουρα η κρίση της πανδημίας έχει αυξήσει τον αριθμό των ατόμων που βρίσκονται σε ανάγκη. Εμείς σαν εκκλησία αγκαλιάζουμε όλους αυτούς τους ανθρώπους και προσπαθούμε να τους βοηθήσουμε».

Πέρα από την δομή του Άρτου της Αγάπης που έχει τα δικά της σύγχρονα μαγειρεία, αξιομνημόνευτη είναι η γενικότερη βοήθεια της τοπικής εκκλησίας στους απόρους και στις οικογένειες εκείνες που έχουν έρθει σε δυσχερή οικονομική θέση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μεγάλες ενορίες της Πάτρας, όπως η ενορία του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Σοφίας, της Αγίας Τριάδας, αλλά και η κεντρική του Αγίου Ανδρέα συνεχίζουν και μοιράσουν σε καθημερινή βάση τουλάχιστον 2.000 μερίδες φαγητού.

Παράλληλα, υπάρχουν και άλλες ενορίες της Πάτρας που έχουν σε σύμβαση με εστιατόρια για να δίνουν φαγητό, ενώ άλλες εκκλησίες μοιράζουν κάθε μήνα τρόφιμα σε οικογένειες που δεν μπορούν να τα καταφέρουν.

Η εκκλησία δείχνει έτσι ότι είναι σε θέση και σε αυτή την κρίση της πανδημίας που οι συνέπειες της θα κρατήσουν αρκετό καιρό ακόμα, να εκπληρώσει σημαντικό κοινωνικό έργο, όπως είχε κάνει άλλωστε και στην διάρκεια της οικονομικής κρίσης, όταν είχε καλύψει σε μεγάλο βαθμό τα κενά και τις αδυναμίες του κράτους.