Η εστίαση της Πάτρας επιμένει. Έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση είναι καλύτερο για τα μαγαζιά να είναι κλειστά.

Ανεξάρτητα από το αν πλησιάζουν οι γιορτές, φτάνουν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά. Το φρόνιμο και το συνετό, σύμφωνα με πλειοψηφία των επαγγελματιών, είναι να μείνουν κλειστά.

Αρκεί να φροντίσει το κράτος να δίνει τα 534 ευρώ της αναστολής στους εργαζόμενους του κλάδου έγκαιρα. Και δεν είναι μόνο η εστίαση της Πάτρας που το πιστεύει αυτό.

«Είναι 10 σύλλογοι από όλη την εστίαση της χώρας που κρατούν αυτή τη στάση και ζητούν να παραμείνουν κλειστοί» τονίζει ο πρόεδρος του ΣΚΕΑΝΑ Σπύρος Στεργίου.

«Το να ανοίξουν τα μαγαζιά, κάτω από αυτές τις συνθήκες και με τα μέτρα που υπάρχουν, θα φέρει μεγαλύτερη ζημιά, παρά κέρδος στους επαγγελματίες. Είμαστε έτοιμοι να πιούμε αυτό το πικρό ποτήρι έως το τέλος, ακόμα αν χρειαστεί έναν ή και δύο μήνες».

Η στάση αυτή της εστίασης στηρίζεται κατά βάση και στον ερχομό του εμβολίου, στην ελπίδα δηλαδή ότι οι εμβολιασμοί στην χώρα θα ξεκινήσουν μέσα στον πρώτο μήνα του νέου έτους. Οπότε ο ιός θα εξασθενήσει και τα μέτρα θα χαλαρώσουν για να μπορέσουν να λειτουργήσουν. 

Άλλωστε, κάτω από τις συνθήκες που υπάρχουν και τον φόβο που επικρατεί κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί στους επαγγελματίες ότι και να ανοίξουν θα υπάρξει ανταπόκριση από τον κόσμο,  ακόμα και στο ποσοστό που τους δίνει η δυνατότητα η πολιτεία να έχουν πληρότητα.

Ένας ακόμα παράγοντας που μετρά η εστίαση και έχει αυτή την επιλογή σχετίζεται με τους ελέγχους και τον κίνδυνο των προστίμων. Οι έλεγχοι είναι σίγουρο ότι εφόσον ανοίξει η εστίαση θα είναι ακόμα πιο αυστηροί και δεν θα χαρίζονται, ακόμα και αν τα μέτρα θα είναι δύσκολο να εφαρμοστούν.

Αφήστε που αν υπάρξει κάποιο κρούσμα σε ένα κατάστημα, θα είναι πλήγμα που σίγουρα θα επηρεάσει την κίνηση που θα έχει.

«Τα μαγαζιά δεν μπορούν να είναι βιώσιμα στις συνθήκες της πανδημίας. Είναι καλύτερο από όλες τις απόψεις να μείνουμε κλειστοί. Το χειρότερο σενάριο είναι να ανοίγουμε και να μας κλείνουν κάθε τόσο. Αυτό θα ήταν γκρεμός, χωρίς πισωγύρισμα…» καταλήγει ο κ. Στεργίου.