Η κυνική εχθρότητα αποτελεί δυνητικά ένα μονοπάτι προς τις καρδιαγγειακές παθήσεις, καθώς με την πάροδο του χρόνου αποτρέπει την υγιή απόκριση στο στρες, υποστηρίζει νέα μελέτη επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο Baylor που δημοσιεύθηκε στο Psychophysiology.

Σε γενικές γραμμές, η εχθρότητα σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων. Η έρευνα αυτή, ωστόσο, διερεύνησε τρεις τύπους εχθρότητας –τη συναισθηματική, τη συμπεριφορική και τη γνωστική– προκειμένου να διαπιστώσει αν κάποια από αυτές μπορεί να προβλέψει καλύτερα τους παράγοντες κινδύνου. Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, η κυνική εχθρότητα – που ανήκει στο γνωστικό τύπο εχθρότητας – είναι που δημιουργεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο βάσει των αποκρίσεων στο στρες, όπως αναφέρει το ygeiamou.

«Η κυνική εχθρότητα αποτελείται από αρνητικές πεποιθήσεις, σκέψεις και συμπεριφορές σχετικά με τα κίνητρα, τους σκοπούς και την αξιοπιστία των άλλων. Μπορεί να θεωρηθεί και ως καχυποψία, έλλειψη εμπιστοσύνης και κυνικές πεποιθήσεις για τους άλλους», αναφέρει η επικεφαλής συγγραφέας, T. Tyra από το Πανεπιστήμιο Baylor και συνεχίζει:

«Τα ευρήματα αυτά αποκαλύπτουν ότι μια μεγαλύτερη τάση προς την κυνική εχθρότητα –η οποία φαίνεται να έχει άμεση σχέση με τις σημερινές πολιτικές και υγειονομικές συνθήκες– μπορεί να είναι επιβλαβής όχι μόνο για τις βραχυπρόθεσμες αποκρίσεις των ανθρώπων στο στρες αλλά και για την μακροπρόθεσμη υγεία».

Σε αντίθεση με την κυνική εχθρότητα, ο χρόνιος θυμός θεωρείται συναισθηματική εχθρότητα, ενώ η λεκτική ή σωματική επιθετικότητα θεωρείται συμπεριφορική εχθρότητα.

«Ο αυξημένος κίνδυνος εχθρότητας οφείλεται στην αυξημένη σωματική διέγερση στο ψυχολογικό στρες και μπορεί σταδιακά να επιβαρύνει το καρδιαγγειακό σύστημα με την πάροδο του χρόνου. Ωστόσο, υπάρχει ανάγκη περαιτέρω έρευνας για να εξεταστούν αυτές οι σωματικές αποκρίσεις σε πολλαπλές εκθέσεις στο στρες ώστε να προσομοιάζουν περισσότερο σε πραγματικές συνθήκες και να αξιολογηθεί η προσαρμογή», προσθέτει η ειδικός.

Μια υγιής καρδιαγγειακή απόκριση στο επαναλαμβανόμενο στρες αποτελείται από αύξηση στη διέγερση στην πρώτη έκθεση στο στρες (κατάσταση γνωστή ως fight or flight) η οποία μειώνεται με τις επακόλουθες εκθέσεις στον ίδιο στρεσογόνο παράγοντα.

«Ουσιαστικά, όταν εκτιθέμεθα στο ίδιο ερέθισμα πολλές φορές, η καινούργια εμπειρία της κατάστασης αποδυναμώνεται και δεν χρειαζόμαστε τόσο μεγάλη απόκριση όσο την πρώτη φορά. Αυτό ορίζεται ως μια υγιής απόκριση. Η μελέτη μας, όμως, δείχνει ότι η υψηλότερη τάση στην κυνική εχθρότητα μπορεί να αποτρέπει ή να αναστέλλει αυτή τη σταδιακή μείωση στην απόκριση. Με άλλα λόγια, το καρδιαγγειακό σύστημα αποκρίνεται ξανά και ξανά με την ίδια ένταση όπως την πρώτη φορά, δημιουργώντας έτσι σταδιακά αυξημένη επιβάρυνση στο καρδιαγγειακό σύστημα», εξηγεί η Δρ. Tyra.

Στη μελέτη αναλύθηκαν δεδομένα από στρες τεστ 196 συμμετεχόντων από το Πανεπιστήμιο Carnegie Mellon. Πραγματοποιήθηκαν δύο εργαστηριακές συναντήσεις με χρονική απόσταση επτά εβδομάδων, οι οποίες αποτελούνταν από μια 20λεπτη εναρκτήρια διαδικασία και ένα 15λεπτο ψυχολογικό στρες τεστ, όπου καταγράφονταν ο καρδιακός ρυθμός και αρτηριακή πίεση των συμμετεχόντων.

Συμπληρώθηκε, επίσης, μια κλασική ψυχολογική κλίμακα για να μετρηθούν η προσωπικότητα και η ιδιοσυγκρασία του κάθε συμμετέχοντα –και ειδικότερα ο βαθμός εχθρότητας που αντιπροσωπεύει τη διάθεση ενός ατόμου προς τον κυνισμό και το χρόνιο μίσος.

Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν, ακόμη, να προετοιμάσουν μέσα σε πέντε λεπτά μια ομιλία για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ενάντια σε μια υποψία παράβασης και να την πραγματοποιήσουν σε άλλα πέντε λεπτά. Η ομιλία θα βιντεοσκοπούνταν κι έπειτα θα αξιολογούνταν από τους επιστήμονες. Τέλος, έπρεπε να πραγματοποιήσουν ένα πεντάλεπτο αριθμητικό τεστ και ένα τεστ 20 αντικειμένων, κατά το οποίο μετρήθηκαν τα συναισθηματικά («συχνά οι άνθρωποι με απογοητεύουν»), συμπεριφορικά («θα ήθελα να τον χτυπήσω») και γνωστικά («πιστεύω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα έλεγαν ψέματα για να προχωρήσουν στη ζωή τους») στοιχεία της εχθρότητας.

Όπως αναδείχθηκε από τα αποτελέσματα, η συναισθηματική και συμπεριφορική εχθρότητα δεν φαίνεται να σχετίζεται με τις αποκρίσεις στο στρες. Ωστόσο, χρειάζονται περισσότερες έρευνες για να εξεταστεί η κυνική εχθρότητα και οι επιπλοκές υγείας που μπορεί να επιφέρει κατά τη διάρκεια της ζωής. Ίσως αυτό να γίνει παρακολουθώντας τα άτομα καθώς μεγαλώνουν για να δούμε αν η μεγαλύτερη τάση για χρήση της κυνικής εχθρότητας σε νεαρή ηλικία σχετίζεται πράγματι με άσχημα καρδιαγγειακά αποτελέσματα σε μεγαλύτερη ηλικία, όπως μια καρδιακή προσβολή.

«Ελπίζω η έρευνα αυτή να αφυπνίσει τον κόσμο σχετικά με τις δυνητικές επιπλοκές υγείας του κυνισμού. Ίσως την επόμενη φορά που κάποιος κάνει μια αρνητική σκέψη σχετικά με τα κίνητρα, το σκοπό ή την αξιοπιστία του καλύτερού του φίλου, ενός συναδέλφου ή ενός πολιτικού, να σκεφτεί διπλά το πόσο ενεργά θα πιστέψει αυτή τη σκέψη», καταλήγει η ειδικός.