Λος Άντζελες, 1937. Όταν ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Τζέι Τζέι Γκίτις (Τζακ Νίκολσον) προσλαμβάνεται για να παρακολουθήσει έναν άπιστο σύζυγο, υποθέτει ότι πρόκειται για μια δουλειά ρουτίνας. Αλλά η έρευνα παίρνει μια απροσδόκητη τροπή. Ο τύπος στον οποίο είχε το νου του, ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της εταιρείας υδάτων και ηλεκτρισμού της πόλης, δολοφονείται. Η ελκυστική του χήρα, Έβελιν (Φέι Ντάναγουεϊ) κρατάει τον Γκίτις στη δούλεψή της για να μάθει ποιος το έκανε. Προτού το καταλάβει, ο Γκίτις πέφτει πάνω σε μια κομπίνα με ακίνητα, και σύντομα βρίσκεται μπλεγμένος στη μια βρομοδουλειά μετά την άλλη. Ο Γκίτις έχει διάφορους βίαιους καβγάδες με κακοποιούς αποφασισμένους να τον βγάλουν απ’ την υπόθεση και ξεσκεπάζει αποδεικτικά στοιχεία που συνδέουν διάφορους μεγαλοπαράγοντες με παράνομες δοσοληψίες. Ακόμα και η σαγηνευτική εργοδότης του Γκίτις, Έβελιν, μοιάζει να ξέρει περισσότερα απ’ όσα ομολογεί…

Το Τσαϊνατάουν θεωρείται από πολλούς κριτικούς ως μία από τις καλύτερες ταινίες όχι μόνο της δεκαετίας του 1970, αλλά και όλων των εποχών. Το πώς προέκυψε η ταινία, αποδεικνύει, όπως και τόσα άλλα παρόμοια περιστατικά στην ιστορία του Χόλιγουντ, ότι αριστουργήματα μπορούν ακόμα να γεννηθούν μέσα στα πλαίσια των αυταρχικών μεγάλων στούντιο. Το Τσαϊνατάουν ήταν απλώς μία απ’ αυτές τις σπάνιες φορές όπου ο τέλειος συνδυασμός των ανθρώπων επιτυγχάνεται ακριβώς την κατάλληλη στιγμή. Ο Τζακ Νίκολσον, ο οποίος την εποχή εκείνη δεν ήταν ακόμα πρωτοκλασάτος σταρ, έφερε τον «γιατρό σεναρίων» Ρόμπερτ Τάουνι στην ομάδα για να γράψει το σενάριο. Όταν ο Ρόμπερτ Έβανς, τότε διευθυντής παραγωγής στην Paramount, έμαθε τι ετοιμαζόταν, θέλησε να δοκιμάσει να κάνει την παραγωγή ο ίδιος. Οριστικοποίησε μια συμφωνία με τον συγγραφέα και τον ηθοποιό και εξασφάλισε τον Ρομάν Πολάνσκι, με τον οποίο είχε συνεργαστεί στο Μωρό της Ρόζμαρι (Rosemary’s Baby, 1968), ως σκηνοθέτη της ταινίας.

Ο Πολάνσκι, όπως είναι κατανοητό, εργαζόταν στη γενέτειρά του, Ευρώπη, μετά τον βίαιο θάνατο της γυναίκας του, Σάρον Τέητ στο σπίτι τους στο Λος Άντζελες. Όταν ο πρωταγωνιστικός γυναικείος ρόλος δόθηκε στη Φέι Ντάναγουεϊ, μία όχι ακόμα τόσο διάσημη προσωπικότητα προστέθηκε στο μείγμα. Όπως θα περίμενε κανείς, τα γυρίσματα δεν κύλησαν απρόσκοπτα. Ο Έβανς χαρακτήρισε τις διαφωνίες μεταξύ του Τάουνι και του Πολάνσκι, «Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο». Το πρόβλημα μπορεί να οφειλόταν στο ότι αυτή ήταν η πρώτη ταινία που σκηνοθετούσε ο Πολάνσκι χωρίς να την έχει γράψει ο ίδιος. Το αποτέλεσμα, παρ’ όλα αυτά, ήταν μια διεθνής επιτυχία. Το Τσαϊνατάουν ήταν υποψήφιο για συνολικά 11 Όσκαρ, αν και ο Ρόμπερτ Τάουνι ήταν ο μόνος που κατέληξε να πάρει ένα αγαλματίδιο σπίτι του.


Αυτό, όμως, που κάνει το Τσαϊνατάουν πραγματικά συναρπαστικό, και ο λόγος για τον οποίο ανακηρύχθηκε αμέσως αδιαμφισβήτητο αριστούργημα, είναι η χάρη με την οποία η ταινία αναβιώνει τη Χρυσή Εποχή του Χόλιγουντ του 1930 και του 1940 χωρίς να χάνεται στη νοσταλγία της εποχής ή να μετατρέπει την παραγωγή σ’ ένα ακόμα στενά στιλιζαρισμένο φόρο τιμής. Φυσικά, η ταινία του Πολάνσκι αντλεί σε μεγάλο βαθμό από κλασσικούς χαρακτήρες του Μπόγκαρτ, όπως ο ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου από τον Μεγάλο ύπνο (The Big Sleep, 1946) του Χάουαρντ Χοκς ή τον πιο κυνικό ομόλογό του,  Σαμ Σπέιντ, από το Γεράκι της Μάλτας (The Maltese Falcon, 1941), σε σκηνοθεσία του θρυλικού Τζον Χιούστον. Ο ίδιος ο Χιούστον παίζει έναν κεντρικό χαρακτήρα στο Τσαϊνατάουν, έναν αδίστακτο και αηδιαστικά συναισθηματικό πατριάρχη που μοιάζει να είναι το κλειδί στην όλη υπόθεση. Σε αντίθεση με τον Μπόγκαρτ, ο χαρακτήρας του Νίκολσον δεν μπορεί παρά να είναι ένας περιορισμένος ήρωας. Αν και ο Τζέι Τζέι Γκίτις είναι ένας συμπαθής, ερασιτέχνης ντετέκτιβ με αδυναμία στα σόκιν ανέκδοτα, ο χαριτωμένος αερολόγος αποτυγχάνει οικτρά ως ηθικολόγος και, κατά συνέπεια, υποφέρει πολύ. Η σκηνή με τον Πολάνσκι στο ρόλο ενός γκάνγκστερ που κόβει τη μύτη του Νίκολσον, είναι ανεκτίμητη.

Ο χαρακτήρας του Γκίτις στερείται επίσης της ρομαντικής πλευράς που έχουν οι ήρωες του Μπόγκαρτ. Ο Γκίτις δεν ενσαρκώνει τον πόθο. Αντίθετα, ο πόθος είναι κάτι που τον φέρνει σε αμηχανία. Ωστόσο, η μεγαλύτερη του αδυναμία είναι η Τσαϊνατάουν, το μέρος όπου έληξε η καριέρα του ως αστυνομικού, και συνώνυμο για όλους τους ακατανίκητους, εξωτικούς κινδύνους της ζούγκλας της πόλης. Στο τέλος, η Τσαϊνατάουν δίνει στον Γκίτις μια διπλή ήττα. Αν και ο Τάουνι είχε αρχικά γράψει ένα «χάπι εντ», η τελευταία σεκάνς της ταινίας, εκατό τοις εκατό Πολάνσκι, δείχνει τον Γκίτις να βοηθά άθελά του τις δυνάμεις του Κακού και, ταυτόχρονα, να χάνει τον έρωτα της ζωής του.

Ένα άλλο μεγάλο επίτευγμα είναι ο θρίαμβος του Πολάνσκι και του διευθυντή φωτογραφίας Τζον Αλονζο, που πετυχαίνουν να δώσουν την εντύπωση μιας ασπρόμαυρης νουάρ ταινίας με εκθαμβωτική έγχρωμη φωτογραφία. Είναι παράξενο το πόσο λίγο η πόλη δίνει την αίσθηση κινηματογραφικού στούντιο και πόσο πειστικά είναι τα τοπία. Στο Τσαϊνατάουν, σε αντίθεση με πολλά άλλα λεγόμενα ρεβεζιονιστικά φιλμ νουάρ, το Λος Άντζελες δεν είναι ένα μαύρο κολαστήριο που σιγοκαίει, αλλά μια απέραντη, συχνά ηλιόλουστη, επαρχιακή μητρόπολη, στο στάδιο ακόμα της ανάπτυξης. Η εικόνα αφήνει τον θεατή να νιώσει ότι η πόλη και οι γύρω κοιλάδες υπάρχουν σε πείσμα της επιβλητικής ερήμου. 


ΗΠΑ, 1974

Παραγωγή: Ρόμπερτ Εβανς

Σκηνοθεσία: Ρόμαν Πολάνσκι

Σενάριο: Ρόμπερτ Τάουνι

Φωτογραφία: Τζον Α. Αλόνζο, Στάνλεϊ Κορτέζ

Μοντάζ: Σαμ Ο' Στιν

Μουσική: Τζέρι Γκόλντσμιθ

Πρωταγωνιστούν: Τζακ Νίκολσον, Φέι Ντάναγουεϊ, Τζον Χιούστον

Διάρκεια: 130 λεπτά

Προβλήθηκε στο ODEON VESO MARE (Ακτή Δυμαίων 17, Πάτρα) σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες.



Chinatown - Trailer