Όταν ο Τόνι Γκριν αποφάσισε να διοργανώσει μία μικρή οικογενειακή συγκέντρωση τον Ιούνιο, το έκανε και εν μέρει λόγω του εκνευρισμού που του είχαν προκαλέσει οι περιορισμοί για τον κορωνοϊό.

Στην περιοχή που ζει, στο Τέξας, δεν γνώριζε κανέναν που να έχει μολυνθεί τους πρώτους μήνες της πανδημίας, όταν τα περισσότερα κρούσματα είχαν ως επίκεντρο την ανατολική ακτή, και σκέφτηκε ότι πρόκειται για hoax που διακινούσαν τα μίντια, όπως ο ίδιος έγραψε σε άρθρο του στην Washington Post.

Έτσι, ο 43χρονος και η σύντροφός του κάλεσαν τέσσερα άτομα στο σπίτι τους, τους γονείς από κάθε πλευρά, για να μείνουν το σαββατοκύριακο μαζί τους και να διασκεδάσουν τρώγοντας, βλέποντας ταινίες και περνώντας χρόνο στη λίμνη αφού για μήνες δεν είχαν συναντηθεί.

Μέσα σε λίγες μέρες ωστόσο, και οι έξι βρέθηκαν θετικοί σε τεστ για τον κορωνοϊό, όπως και οχτώ ακόμα άτομα από το ευρύ οικογενειακό τους περιβάλλον. Ο Γκριν μάλιστα ανέπτυξε σοβαρά συμπτώματα και χρειάστηκε να νοσηλευτεί για τρεις μέρες αφού ο ιός επιτέθηκε στο νευρικό του σύστημα, τελικά όμως κατάφερε να ανακάμψει. Ο πεθερός του και η πεθερά του ωστόσο δεν στάθηκαν το ίδιο τυχεροί. Και οι δύο πέθαναν από την Covid-19.

Ο πεθερός του Γκριν, τον οποίο χαρακτήρισε ως «τον καλύτερό του φίλο», χρειάστηκε συμπληρωματικό οξυγόνο και βελτιώθηκε μέχρι που μια μέρα ο πνεύμονας του κατέρρευσε και ο άλλος γέμισε με υγρό, γεγονός που τον οδήγησε με αναπνευστήρα και μηχανική υποστήριξη. Μετά από σχεδόν δύο μήνες κατέληξε.

Σε συνέντευξη με τον Άντερσον Κούπερ στο CNN, ο Γκριν είπε ότι αισθάνεται ενοχή για το γεγονός ότι ήταν ο οικοδεσπότης της μάζωξης, παρόλο που κανείς δεν ξέρει ποιος ήταν ο πρώτος που κόλλησε τον κορωνοϊό. «Το συναίσθημα που έχω είναι κάπως σαν αυτό, θα έλεγα, που θα είχε ένας μεθυσμένος οδηγός αν σκότωναν την οικογένειά τους», είπε. «Ήταν ακούσιο. Αυτό ήταν το σπίτι μου. Σε αυτό συνέβη. Έτσι, ξέρετε υπάρχει μια αίσθηση ευθύνης».