Πάνω από 25% είναι η κάμψη που παρουσιάζουν τα φορολογικά έσοδα του 7μήνου του τρέχοντος έτος, με βάση τα στοιχεία της ΑΑΔΕ και των εφοριών της Πάτρας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά η κάμψη φτάνει το 26%, ενώ το ποσό που εισπράχτηκε συνολικά από τις εφορίες της Πάτρας μέχρι και τον Ιούλιο του 2020 ήταν μόλις 2.291.000 ευρώ, όταν το αντίστοιχο χρονικό διάστημα του 2019 ήταν 4.808.000 ευρώ.

Το ποσοστό της πτώσης έφτασε έτσι το 31,5%. Ακόμα μεγαλύτερη ήταν η μείωση του ΦΠΑ από τους επιτηδευματίες, σε ποσοστό 32,3%, από 2,7 εκ. ευρώ το 2019, σε 1,8 εκατ. ευρώ φέτος. Μείωση 25,8% καταγράφηκε και στις εισπράξεις φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, πάντα σε σύγκριση με το αντίστοιχο χρονικό διάστημα του 2019.

Ο μέσος όρος έτσι της πτώσης των φορολογικών εσόδων φτάνει το 26% και έρχεται για να αντικατοπτρίσει τη γενικότερη τάση που υπάρχει στην τοπική αγορά, αφού είναι γνωστό ότι όταν δεν μπορείς να εισπράξεις δεν μπορείς να δώσεις.

Ειδικότερα, η κάθετη πτώση που σημειώθηκε, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, για το β’ τρίμηνο του 2020, στις επιχειρήσεις εστίασης και στα τουριστικά καταλύματα, φαίνεται ότι έχει παίξει έναν καθοριστικό ρόλο στην μαύρη τρύπα που έχει δημιουργηθεί στο δημόσιο ταμείο και στα έσοδα του κράτους.

Σύμφωνα με την αγορά και τους επαγγελματίες η «τρύπα» αυτή μπορεί μόνο να καλυφθεί με την ενίσχυση του κράτους στην μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, τόσο με την μορφή παροχών και ελαφρύνσεων, όσο κυρίως με την μορφή επιχορηγήσεων (και όχι δανείων) που μέχρι σήμερα δεν έχουν δοθεί σε κανένα από τους κλάδους καθ’ όλη την διάρκεια της πανδημίας.

Το σκεπτικό των επαγγελματιών είναι απλό: Ένα σημαντικό μέρος των χρημάτων που θα προκύψουν από τις παροχές και τις επιχορηγήσεις του κράτους θα δοθεί στις φορολογικές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων, κατά συνέπεια θα επιστραφούν στο δημόσιο ταμείο.

Άλλωστε, η μείωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών (σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ) για το 2020, έναντι του περασμένου έτους, σε ένα ποσοστό μάλιστα της τάξεως του 45,4%, σε περίοδος πανδημίας, είναι ένα στοιχείο που αποδεικνύει την καλή πρόθεση της πλειοψηφίας των επιχειρήσεων απέναντι στις φορολογικές τους υποχρεώσεις και στο δημόσιο ταμείο.