Σταθερά στις πρώτες θέσεις της ανεργίας βρίσκεται η Δυτική Ελλάδα μετά τη δημοσίευση των επίσημων στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ για το β’ τρίμηνο του 2020.

Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, η Δυτική Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη θέση σε επίπεδο περιφερειών της χώρας, έχοντας ένα ποσοστό 22,2% σε ανεργία. Η μόνη περιφέρεια που την ξεπερνά είναι αυτή του Νοτίου Αιγαίου με 26,6%.

Τρίτη στο… πρωτάθλημα της ανεργίας έρχεται η Στερεά Ελλάδα με ποσοστό 19,7%, ενώ η Κρήτη (19,5%), οι Ιόνιοι Νήσοι (19,1%), η Κεντρική Μακεδονία (18,8%), η Δυτική Μακεδονία (17,9%), η Θεσσαλία (17,9%), η Ήπειρος (16,6%), το Βόρειο Αιγαίο (15,9%), η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (15,8%), η Αττική (13,7%) και η Πελοπόννησος (10%).

Αυτό που κρούει ακόμα περισσότερο το καμπανάκι του κινδύνου για την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος και τις στρατιές των ανέργων είναι ότι θεωρείται από εκείνες της περιοχές που λόγω της μη τουριστικής της ανάπτυξης επηρεάστηκε λιγότερο αρνητικά από άλλες εξαιτίας των πληγών που έφερε η πανδημία στην εστίαση και στον τουρισμό.

Κάτι που σημαίνει ότι το πρόβλημα της ανεργίας για την Δυτική Ελλάδα δεν είναι παροδικό, δεν οφείλεται αποκλειστικά στον κορωνοϊό, αλλά αποτελεί πλέον μια χρόνια σταθερότητα για τους νέους της περιοχής, διαχρονική που δεν αλλάζει.

Σύμφωνα πάντα με την ΕΛΣΤΑΤ οι βασικοί λόγοι που σταμάτησαν οι άνεργοι να εργάζονται είναι είτε γιατί η εργασία τους ήταν περιορισμένης διάρκειας και τελείωσε (34,3%) είτε γιατί απολύθηκαν (21,4%).

Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανέργων (26,6%) εργαζόταν στους κλάδους των ξενοδοχείων και της εστίασης. Σε ό,τι αφορά στο επάγγελμα της προηγούμενης εργασίας τους, το μεγαλύτερο ποσοστό (32,7%) απασχολούνταν στην παροχή υπηρεσιών ή ως πωλητές. Το ποσοστό των ανέργων που δεν έχουν εργαστεί στο παρελθόν (νέοι άνεργοι) είναι 17,5%).

Η πλειονότητα των ανέργων (66,2%) αναζητεί εργασία ένα έτος ή περισσότερο (μακροχρόνια άνεργοι). Το 25,3% των ανέργων αναζητεί εργασία ως μισθωτός μόνο σε πλήρη απασχόληση, ενώ το 66,5% αναζητεί εργασία με πλήρη απασχόληση, αλλά στην ανάγκη θα δεχόταν και μερική.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι το ποσοστό μερικής απασχόλησης ανέρχεται σε 9,2%, ενώ το ποσοστό των ατόμων που έχουν προσωρινή εργασία σε 6,8%. Η μερική απασχόληση εμφανίζεται μειωμένη (2,9%) τόσο σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, όσο και σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους (1,9%).

Η προσωρινή απασχόληση έχει επίσης μειωθεί τόσο σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο (5,2%), όσο και σε σχέση με το β' τρίμηνο του 2019 (27,6%).