Τη συγκλονιστική ιστορία μιας ατρόμητης καλόγριας, που έσωσε τη ζωή δεκάδων άλλων Εβραιόπουλων στην κατεχόμενη Γαλλία στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αφηγήθηκε μία επιζήσασα του Ολοκαυτώματος.

Η 90χρονη σήμερα Ελέν Μπαχ, ήταν 12 ετών όταν οι Ναζί πήραν την οικογένειά της από το σπίτι τους κοντά στην Τουρ. Υπό το καθεστώς του στρατηγού Πετέν τότε, η Γαλλία είχε χωριστεί στο βόρειο κατεχόμενο από τα γερμανικά στρατεύματα τμήμα και σ’ εκείνο της λεγόμενης «Ελεύθερης Ζώνης», υπό τον έλεγχο του καθεστώτος του Βισύ, το οποίο συνεργαζόταν με τους Ναζί και τους επέτρεπε να συλλαμβάνουν οικογένειες Εβραίων.

Μιλώντας στο BBC η Μπαχ, που ζει σήμερα στο Λονδίνο, περιέγραψε πώς η καλόγρια Ντενίζ Μπεργκόν έκρυψε 83 Εβραιόπουλα στο μοναστήρι της, ανάμεσά τους την Ελέν και την αδελφή της Άννι. Όταν οι Ναζί έμαθαν ότι στο μοναστήρι κρύβονταν παιδιά Εβραίων, ορισμένα από τα μικρότερα σε ηλικία κρύφθηκαν επί πέντε ημέρες σ’ έναν υπόγειο χώρο 1,5 επί 2,5 τ.μ. κάτω από ένα παρεκκλήσι. Η Νεντίζ Μπεργκόν, που πέθανε το 2006 σε ηλικία 94 ετών, τιμήθηκε 1980 από το Κέντρο Μνήμης του Ολοκαυτώματος, Yad Vashem, μαζί με μια άλλη καλόγρια, την Μαργκερίτ Ροκ που τη βοήθησε.

Το 1942 η αδελφή Ντενίζ ήταν ηγουμένη στο μοναστήρι της Νότρ Νταμ ντε Μασίπ στο Καπντενάκ, περίπου 150 χλμ. βορειοανατολικά της Τουλούζης. Αποφάσισε να αναλάβει δράση για να βοηθήσει τις οικογένειες των Εβραίων της περιοχής, μετά τον πύρινο λόγο στις 23 Αυγούστου του αρχιεπισκόπου της Τουλούζης, Ζυλ-Ζερό Σαλιέζ, που κατήγγειλε την πολιτική του καθεστώτος Βισύ και υπενθύμισε στους χριστιανούς με επιστολή του ότι και οι Εβραίοι «είναι αδέρφια μας όπως και πολλοί άλλοι» και πως «ένας Χριστιανός δεν μπορεί να το ξεχάσει αυτό».

Οι δύο καλόγριες άρχισαν να περιμαζεύουν παιδιά που κρύβονταν από τους Ναζί στα δάση ή στην περιοχή γύρω από το μοναστήρι και τα έκρυβαν ανάμεσα στους Καθολικούς μαθητές του οικοτροφείου της μονής. Συνέχισαν τη δράση τους όσο εντεινόταν το πογκρόμ συλλήψεων από τους Γερμανούς ή Γάλλους που συνεργάζονταν μαζί τους, μέχρι που ο αριθμός των Εβραιόπουλων που είχαν μαζέψει έφθασε τα 83.

Η οικογένεια της Ελέν Μπαχ είχε μετακομίσει από την κατεχόμενη Αλσατία και Λωραίνη στη νότια Γαλλία, που ήταν «ελεύθερη ζώνη». Ο πατέρας Ααρών κι η 16χρονη αδελφή της Άννι είχαν ήδη συλληφθεί και κρατούνταν στην Τουρ. Αν και δεν μπορούσαν να τους επισκεφθούν η Ελέν, η μητέρα της κι η μικρότερη αδελφή της νοίκιασαν ένα σπίτι εκεί κοντά. Έναν χρόνο αργότερα κατέφθασαν Γερμανοί για να συλλάβουν Εβραϊκές οικογένειες κι η μητέρα της της είπε να το σκάσει και να κρυφθεί σε κάποιο δάσος. Ξεκίνησε με την αδελφή της, αλλά η τελευταία δεν ήθελε να πάει μαζί της και την άφησε να γυρίσει πίσω. «Πάντα σκέφτομαι ότι αν η αδελφή μου δεν είχε τραβήξει το χέρι της απ’ το δικό μου θα ήταν στο μοναστήρι μαζί μου».

Ένα μέλος της γαλλικής Αντίστασης βρήκε την Ελέν στο δάσος και την οδήγησε στο μοναστήρι. Εκεί έμελλε να συναντήσει τη μεγαλύτερη αδελφή της, την Άννι, που το είχε σκάσει και με τη βοήθεια της θείας τους έφθασε ως εκεί. Απομονωμένα από τη φρίκη του πολέμου μέσα στην ηρεμία της μονής τα δυο κορίτσια έκαναν τα μαθήματά τους κι έπαιζαν, αλλά υπήρχε πάντα ένας αδιόρατος φόβος.

Το υπόγειο κρησφύγετο 1,5 επί 2,5 κάτω από το παρεκκλήσι

Η αδελφή Ντενίζ είχε αποφασίσει ότι το μοναστήρι θα αναλάμβανε κάθε ρίσκο για να σώσει τα Εβραιόπουλα από τους Γερμανούς σε συνεργασία με την διευθύντρια του οικοτροφείου, την Μαργκερίτ Ροκ, τον εφημέριο της μονής και δύο ακόμη καλόγριες. Επειδή τα παιδιά δεν γνώριζαν τίποτε για τον Χριστιανισμό τους είχαν πει να δηλώνουν ότι κατάγονταν από οικογένειες κομμουνιστών που είχαν αποκηρύξει κάθε δεσμό με τη θρησκεία. Όπως έγραψε στο ημερολόγιό της το 1946 η αδελφή Ντενίζ, οι καλόγριες έθαβαν τις νύχτες σε χώρους του μοναστηριού όλα τα προσωπικά έγγραφα και τα κοσμήματα των παιδιών, που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν την πραγματική τους ταυτότητα.

Όσο περνούσε ο καιρός η κατάσταση χειροτέρευε. Το 1944 κυκλοφόρησε στην περιοχή η φήμη ότι το μοναστήρι έκρυβε Εβραιόπουλα. Η αδελφή Ντενίζ το έμαθε και συνεννοήθηκε με μαχητές της Αντίστασης να πυροβολήσουν προειδοποιητικά τον αέρα αν πλησίαζαν γερμανικά στρατεύματα. Ήλπιζε ότι θα είχε έτσι αρκετό χρόνο για να κρύψει τα παιδιά και έδωσε κατάλληλες οδηγίες στα μεγαλύτερα πώς να προστατέψουν τα μικρότερα. Ωστόσο, άλλαξε γνώμη κι αποφάσισε τελικά να τα κρύψει στο μοναστήρι αν έφθαναν εκεί οι Ναζί. Οι καλόγριες έφτιαξαν ένα υπόγειο κρησφύγετο 1,5 επί 2,5 τ.μ. κάτω από το παρεκκλήσι. Την καταπακτή έκρυβαν οι πάγκοι των προσευχομένων. Επί πέντε ολόκληρα μερόνυχτα τα παιδιά κρύβονταν εκεί και μόνον νωρίς το πρωί κάθε μέρας τους επέτρεπαν να βγουν λίγο έξω για να ανασάνουν φρέσκο αέρα.

Οι Γερμανοί δεν μπήκαν τελικά στο μοναστήρι, αλλά λίγο πιο πέρα άφησαν τα κορμιά μαχητών της γαλλικής αντίστασης, που είχαν σκοτώσει για παραδειγματισμό. Τα Εβραιόπουλα έφυγαν από το μοναστήρι μετά το τέλος του πολέμου και την απελευθέρωση της νότιας Γαλλίας τον Αύγουστο του 1944. Η Ελέν και η Αννι πληροφορήθηκαν με συντριβή την εκτέλεση των γονιών τους και της μικρότερης αδελφής τους στο κολαστήριο του Άουσβιτς. Η Άννι έμεινε στην Τουλούζη και παντρεύτηκε, ενώ η Ελέν μετακόμισε στο Ρίτσμοντ του Λονδίνου. Οι δύο αδελφές ταξιδεύουν συχνά για να βρεθούν και να μοιραστούν τις αναμνήσεις τους από την εφιαλτική εκείνη εποχή, αλλά και από την ατρόμητη Γαλλίδα καλόγρια που τις έσωσε από τα χέρια των Ναζί. Μέχρι το θάνατό της το 2006 η αδελφή Ντενίζ Μπεργκόν δεν σταμάτησε να βοηθά μη προνομιούχα παιδιά και πρόσφυγες. Το μόνο μνημείο που υπάρχει, ωστόσο, για εκείνη είναι ένας κέδρος που φύτεψαν τον Απρίλιο του 1992 στους χώρους του μοναστηριού, στη μνήμη της διάσωσης των 83 Εβραιόπουλων…