Έχει απατήσει, τον έχουν απατήσει, έχει «πουλήσει» και τον έχουν «πουλήσει» κι αυτό συνιστά για εκείνον μια κανονική ζωή. Ο Αντώνης Λουδάρος μίλησε στο «Λοιπόν» και τη Ρενέ Σαραντινού για το χώρο της υποκριτικής, στον οποίο βρίσκεται σχεδόν 34 χρόνια, για την προσωπική, αλλά και την επαγγελματική του ζωή.

Πώς περνάει το καλοκαίρι σου;

Η Ελλάδα την έχει γλιτώσει κάπως, γιατί ο κορονοϊός είναι κάτι πολύ σοβαρό, δεν είναι μια γριπούλα. Ίσως επειδή είναι καλοκαίρι, το έχουμε πάρει λίγο στο «σορολόπ», αλλά θέλει πολύ μεγάλη προσοχή. Η λέξη κανονικότητα, που χρησιμοποίησαν, δεν μου αρέσει.

Γιατί;

Ποια ήταν η κανονικότητα πριν; Σε τι θέλουμε να επιστρέψουμε και γιατί πρέπει να επιστρέψουμε στο πριν κι όχι να συμμορφωθούμε σύμφωνα με τα δεδομένα που μας δίνει η ίδια η ζωή, ότι πρέπει ν’ αλλάξουμε πορεία σε πράγματα; Δεν θέλω να ξαναγυρίσω σε μια κανονικότητα όπως πριν. Δεν ήταν καμία κανονικότητα της προκοπής, δεν ήταν κάτι σπουδαίο και συγκλονιστικό αυτό που ζούσαμε πριν τον κορονοϊό. Πρέπει να μάθουμε απ’ αυτό που μας έχει έρθει. Εν τω μεταξύ, υπάρχουν προφυλάξεις δύο ταχυτήτων, από τη μία λέμε «βάλτε μάσκες», αλλά, αν πας σ’ ένα λιμάνι, οι εταιρείες στοιβάζουν τον κόσμο, το ίδιο συμβαίνει και στις αεροπορικές. Στο θέατρο καθόμαστε θέση παρά θέση και το αεροπλάνο είναι τίγκα. Μέσα σ’ όλο αυτό που ζήσαμε, υπήρξε μια πολύ μεγάλη έκρηξη βίας μέσα στα σπίτια, από τον εγκλεισμό της καραντίνας. Αναγκάστηκε να μείνει ο ένας με τον άλλο και να… ξανασυστηθούμε. Επιβεβαίωσα ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο στη ζωή μας και τρόμαξα για το πόσο ανήμποροι είμαστε μπροστά σε κάτι τέτοιο. Αγάπησα περισσότερο το σπίτι μου, την περίοδο της καραντίνας, επειδή δεν το έβλεπα, ερχόμουν για έναν ύπνο, κι αυτό μου έκανε καλό. Μου έλειψαν πολύ οι φίλοι μου και το να έρθουν στο σπίτι να κάτσουμε παρέα. Είμαι λίγο μονόχνοτος, δεν βγαίνω στα μπαρ. Μου έλειψαν τα ταξίδια, αλλά τ’ αφήνω γι’ αργότερα, όταν αυτό που ζούμε θα είναι παρελθόν.

Κάνεις περιοδεία με το θέατρο αυτόν τον καιρό.

Είχα κάνει το χειμώνα το έργο «Σκηνές από ένα γάμο», είναι ίσως από τα σπουδαιότερα έργα που έχει γράψει ο Μπέργκμαν, και ξαφνικά συνειδητοποιήσαμε με την Παυλίνα Χαρέλα, που είναι η συμπρωταγωνίστρια, πόσο επίκαιρο είναι το έργο αυτό, βλέποντας, παγκόσμια, το ξέσπασμα της ενδοοικογενειακής βίας. Συζητώντας με τις «Όψεις Πολιτισμού», που είναι η εταιρεία παραγωγής, μας πρότειναν να το κάνουμε μια περιοδεία. Άλλες χρονιές κάναμε 50 πόλεις, τώρα μετά βίας κάνουμε 20. Δεν ξανοιγόμαστε, γιατί κι εμείς φοβόμαστε. Η παράσταση βγαίνει με όλο το σκηνικό, δεν κάνουμε φθήνιες, γιατί πολλά έργα βγαίνουν με μια καρέκλα κι ένα τραπέζι ως σκηνικό τους. Κρατάμε αποστάσεις, δεν δεχόμαστε κόσμο στα καμαρίνια, selfie φωτογραφίες από μακριά, μάσκες…

Πόσο εύκολο είναι αυτό για έναν καλλιτέχνη, που επιζητά την επιβεβαίωση και μέσα από τις εκδηλώσεις θαυμασμού από το κοινό;

Μετά την παράσταση στα καμαρίνια, λες δυο κουβέντες παραπάνω με το κοινό που έρχεται να μας δει. Τώρα είναι από μακριά, φορώντας κι εγώ πάντα μάσκα, για να τους προστατέψω, αλλά και για να με προστατέψω. Γελάει ο κόσμος, αλλά δεν το κάνω με χιούμορ, το κάνω με πραγματική συνείδηση.

Βρίσκεσαι στο χώρο της υποκριτικής περισσότερα από 30 χρόνια.

Γύρω στα 33-34 χρόνια βρίσκομαι στο χώρο της υποκριτικής. Καταξιωμένος με την έννοια ότι την έχω «ψωνίσει» δεν νιώθω, νιώθω, όμως, μια επιβεβαίωση και προσπαθώ να μην κοροϊδεύω ένα κοινό που με πιστεύει.

Πώς μπορεί ο ηθοποιός να κοροϊδέψει το κοινό;

Κάνοντας σαχλαμάρες, παίζοντας σαχλαμάρες, η πρόθεση φαίνεται… Στην πορεία μου δεν έχω κάνει κάτι τέτοιο, γι’ αυτό και μ’ εκτιμάει το κοινό.

Το έργο που παίζεις τώρα έχει στοιχεία από τη ζωή σου;

Βεβαίως, μ’ έχουν εγκαταλείψει σε σχέση, ενώ το χειρότερο είναι να σ’ εγκαταλείψουν σε σχέση ενώ είσαι μέσα στη σχέση, δηλαδή να καταλαβαίνεις πια ότι σ’ έχει εγκαταλείψει ο άλλος… κι αυτό είναι πολύ οδυνηρό, μέχρι να πάρεις απόφαση να δεις τι θα κάνεις στη ζωή σου. Πολλές φορές έχω εγκαταλείψει κι εγώ, ενώ είμαι σε μια σχέση… Δεν είμαι αθώα περιστερά, τα έχω ζήσει όλα, τα έχω κάνει όλα, μ’ έχουν «πουλήσει», έχω «πουλήσει», έχω απατήσει, μ’ έχουν απατήσει… Μια κανονική ζωή. Αν έχω προδώσει, έχω προδώσει βασικά τον εαυτό μου. Όταν κάνεις μια απιστία, την κάνεις βασικά απέναντι στον εαυτό σου, απέναντι σ’ αυτό που εσύ ήθελες… Ήθελες να είσαι με τον άλλο άνθρωπο για πάντα και το «για πάντα» δεν υπάρχει. Υπάρχει με κάποιες εξαιρέσεις, σε κάποια ζευγάρια που είναι 80 χρόνων, που κρατά στο δρόμο ο ένας το χέρι του άλλου ακόμη…

Θα ήθελες να σου συμβεί κάτι παρόμοιο όταν φτάσεις στην ηλικία αυτή;

Πάω και τους ρωτάω πώς τα κατάφεραν και μου απαντούν: «Με τρομερό σεβασμό ο ένας απέναντι στον άλλον». Τους θαυμάζω, τους σέβομαι, υποκλίνομαι…

Ονειρεύεσαι κι εσύ έναν τέτοιον άνθρωπο στη ζωή σου, μέχρι το τέλος της;

Θα έλεγα ναι, αλλά φοβάμαι ότι δεν το πιστεύω πια, μόνοι ερχόμαστε και μόνοι μας φεύγουμε… Πρέπει να μάθουμε να το αποδεχθούμε, να αποδεχθούμε τη μοναξιά μας, είναι κομμάτι της ευτυχίας. Μπορεί να κάνεις οικογένεια, σχέση, γάμους, παιδιά, να νιώθεις μια συντροφικότητα, αλλά η μοναξιά είναι απέναντι και σου χαμογελάει, ξέρει ότι θα σε κερδίσει αργά ή γρήγορα.

Άρα πού ποντάρεις, σκεπτόμενος όλα αυτά;

Στο τι σκέπτεται ο εγκέφαλός μου, δεν θέλω το κακό μου και το κακό κανενός.