Η κινόα έχει καταγωγή από τη Νότια Αμερική και συγκεκριμένα από το Περού και τη Βολιβία, όπου και φύεται. Πρόκειται για έναν θάμνο (Chenopodium quinoa) που καλλιεργείται για τους σπόρους του, οι οποίοι τρώγονται και μοιάζουν πολύ με τους ξηρούς καρπούς. Ανήκει στα ψευδοδημητριακά και έχει στενή συγγένεια με είδη όπως τα παντζάρια και το σπανάκι. Αν και δεν ανήκει στα δημητριακά, η κινόα είναι γνωστή και ως «μητέρα των δημητριακών». Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει διάσημη για τη διατροφική της αξία και πλέον τη συναντάμε ολοένα και πιο συχνά στη δυτική κουζίνα.

Η κινόα έχει πολύ υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, αλλά το πιο εντυπωσιακό είναι ότι, σε αντίθεση με τις περισσότερες φυτικές τροφές, αποτελεί πηγή πλήρους πρωτεΐνης και τροφοδοτεί τον ανθρώπινο οργανισμό με τα απαραίτητα αμινοξέα, που δεν μπορεί να συνθέσει μόνος του, όπως αναφέρει το vita.

Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι η ποιότητα των πρωτεϊνών της μοιάζει με εκείνη των γαλακτοκομικών, του κρέατος, των πουλερικών και των ψαριών, που ανήκουν στην κατηγορία των πλήρων πρωτεϊνών. Επίσης, είναι καλή πηγή ασβεστίου, αντιοξειδωτικών και μονοακόρεστων λιπαρών οξέων, ενώ παράλληλα περιέχει διαιτητικές ίνες, φώσφορο, μαγνήσιο, σίδηρο και διάφορες βιταμίνες του συμπλέγματος Β.