Για τους περισσότερους η μετάβαση στην τηλεργασία από τη βολή του γραφείου δεν ήταν ένα τόσο απλό εγχείρημα. Θα έπρεπε να βρεθούν νέοι τρόποι κατανομής του χρόνου και της εργασίας, περισσότερα εμπόδια στη συγκέντρωση, κρυφές ματιές στην ιδιωτική ζωή των συναδέλφων και όχι σπάνια τεχνικά προβλήματα.

Εν τω μεταξύ όμως οι περισσότεροι εργαζόμενοι φαίνεται, όχι μόνο να έχουν συμφιλιωθεί με τη νέα πραγματικότητα, αλλά και να τους αρέσει. Αυτό προκύπτει από μια έρευνα του γερμανικού ασφαλιστικού φορέα DAK.

Κι ενώ την περίοδο της πανδημίας το 21% των εργαζομένων δήλωνε ότι ένιωθε τακτικά αγχωμένο σήμερα το ποσοστό αυτό βρίσκεται στο 15%. Τα ερευνητικά ινστιτούτα IGES και Forsa διεξήγαγαν σχετική έρευνα για λογαριασμό του ασφαλιστικού φορέα DAK και ερωτήθηκαν 7.000 εργαζόμενοι. Από αυτούς που εργάζονται στο σπίτι το 56% ανακοίνωσε ότι είναι πιο παραγωγικό.

Παραγωγικοί και ικανοποιημένοι

Τα δυο τρίτα δήλωσαν μάλιστα ότι μπορούν να συνδυάσουν καλύτερα την οικογένεια με την εργασία. Επίσης πολλοί χαίρονται με το γεγονός ότι γλιτώνουν τις μετακινήσεις από το σπίτι στην εργασία. «Η τελεργασία δεν μειώνει μόνο τον κίνδυνο μετάδοσης του κωρονοϊου αλλά κάνει καλό και στην ψυχική υγεία» δηλώνει ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου Αντρέας Στορμ.

Ωστόσο υπάρχουν και οι σκοτεινές πλευρές… Ένας στους τρεις για παράδειγμα παραπονείται ότι δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ προσωπικής και επαγγελματικής ζωής. Αυτό παρατηρείται κυρίως στις ηλικίες μεταξύ 18 και 29 χρόνων. Παρόλα αυτά η πλειονότητα των εργαζομένων δεν θέλει να χάσει πλέον την τηλεργασία. Το 76,9% των ερωτηθέντων που ξεκίνησαν την τηλεργασία την περίοδο του κορωνοϊού θέλουν να συνεχίσουν και στο μέλλον αυτό τον τρόπο εργασίας.

Σύμφωνα με την έρευνα του DAK μια ακόμα θετική συνέπεια είναι η ώθηση που δόθηκε στην ψηφιοποίηση της εργασίας. Η πλειονότητα των ερωτηθέντων εργαζομένων, το 57% δήλωσε πως κατάφερε να διευρύνει τις δυνατότητές του. Οι κλάδοι που διεύρυναν κατά πολύ τις διαδικτυακές τους δυνατότητες ήταν οι τράπεζες, οι ασφάλειες, οι εταιρείες πληροφορικής. Το ποσοστό τους αγγίζει το 80%. Σημαντικές ήταν όμως και οι επιδόσεις με 68% της αυτοκινητοβιομηχανίας, των ΜΜΕ και των φορέων του πολιτισμού.