Η μετατροπή της Αγιάς Σοφιάς σε τζαμί είναι μια ιστορία που κρύβει πολλές άλλες –οριενταλισμού, εθνικισμού, αυταρχισμού. Ασφαλώς δεν είναι μια ιστορία ελληνοτουρκική ή χριστιανο-ισλαμική, αλλά είναι κι αυτές όψεις των πολλών άλλων. Η μετατροπή της σε τζαμί αναλύεται ευρέως ως ενδοτουρκική υπόθεση. Στις 24 Ιουλίου –επέτειος της υπογραφής της Συνθήκης της Λωζάννης- ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, εκφραστής της τουρκο-ισλαμικής ταυτότητας της Τουρκίας, ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς του με τον Μουσταφά Κεμάλ, ιδρυτή και εκφραστή της κοσμικής ταυτότητας της Τουρκίας. Αποκαθιστά έτσι –για λόγους ενίσχυσης της αποδυναμωμένης επιρροής του- μια φαντασιακή συνέχεια με την οθωμανική εποχή, την οποία έκοψε βίαια ο πατέρας των Τούρκων (Ατατούρκ). 

Η μετατροπή σε τζαμί διαβάζεται επίσης ως δυναμική στροφή της Τουρκίας από τον «δυτικό» κόσμο του κεμαλικού αφηγήματος στον ανατολίτικο-ισλαμικό κόσμο –επιβεβαίωση του ρόλου της ως δύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Ερντογάν επαναπροσδιορίζει με την Αγιά Σοφιά τα όρια ανάμεσα σε δύο κόσμους. Επινοεί λοιπόν ένα νεοθωμανικό χώρο σε ρήξη με τον «ευρωπαϊκό» και επιφυλάσσει για τον εαυτό του το ρόλο του νέου χαλίφη-σουλτάνου, με έδρα την Κωνσταντινούπολη και εμβληματικό μνημείο την Αγιά Σοφιά.

Τα παραπάνω, όπως και πολλά ακόμα  ισχύουν, στο βαθμό που η ανάγνωση της Ιστορίας βασίζεται σε στοιχεία που έχουν αληθοφάνεια. Και έχουν, επειδή αποσιωπώνται πολλά άλλα. Ας δούμε λοιπόν τις περιπέτειες της Αγιάς Σοφιάς στο πλαίσιο των αποσιωπήσεων και όχι των αληθοφανειών. Η συζήτηση για τη μετατροπή της Αγιάς Σοφιάς από μουσείο σε τζαμί ξεκίνησαν ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’50, τότε που το Ισλάμ στην Τουρκία κέρδιζε έδαφος, όχι αναγκαστικά σε βάρος της κοσμικότητας του κράτους. Η διεκδίκηση για θρησκευτική ελευθερία ήταν, από τη μια, δημοκρατικό δικαίωμα με χειραφετικές τάσεις, γινόταν όμως και εργαλείο υποταγής της κοινωνίας στα χέρια αυταρχικών δυνάμεων. Ο στρατός ανεχόταν το πολιτικό Ισλάμ στον δημόσιο χώρο, όσο το αριστερό κίνημα –Τούρκων και Κούρδων-αποκτούσε επιρροή και όσο η διεκδίκηση του δικαιώματος για θρησκευτική ελευθερία ενίσχυε το αίτημα για εκδημοκρατισμό.

Από την άλλη μεριά η «Δύση» ανακάλυπτε (αν δεν επινοούσε) στο Ισλάμ ένα κρίσιμο εργαλείο ρύθμισης της νεωτερικότητας. Από τη μια μεριά ο στρατός, προνομιακός συνομιλητής της, ισχυρός και μοναδικός φορέας-εγγυητής της δυτικής ταυτότητας, αλλά και της αυταρχικής πειθάρχησης της κοινωνίας, και από την άλλη το Ισλάμ, σημαντικό εργαλείο ελεγχόμενου εκδημοκρατισμού προς αποτροπή του κομμουνισμού. Με αυτό τον τρόπο η Τουρκία ήταν «Δύση», όσο η ίδια η «Δύση» ανεχόταν, όχι το δημοκρατικό δικαίωμα, αλλά την πολιτισμική ιδιαιτερότητα. Η Αγιά Σοφιά βρέθηκε σε «ομηρία» -τόπος εξισορρόπησης της «δυτικής» ταυτότητας του κράτους και της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας της κοινωνίας. Το δημοκρατικό δικαίωμα συρρικνωνόταν σε στοιχείο πολιτισμικής ταυτότητας. Όταν η Αγιά Σοφιά ανακηρύχθηκε από την UNESCO σε μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς φάνηκε ότι τελειώνουν οι συγκρούσεις ταυτοτήτων και κόσμων με επίκεντρο την ίδια, ότι αποκαθίσταται ως ένα διαχρονικό, παγκόσμιο μνημείο των έργων και των πολιτισμών των ανθρώπων. Οι διεκδικήσεις μετατροπής της σε τζαμί δεν σταμάτησαν, αλλά κανείς δεν πίστευε ότι αυτό θα γίνει ποτέ.

Με τα χρόνια άλλωστε ο δημοκρατικός και αριστερός κόσμος της Τουρκίας (Τούρκοι και Κούρδοι) διεκδίκησαν δυναμικά την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, όχι ως περιφερειακής, «δυτικής» δύναμης με πολιτισμική ιδιαιτερότητα, αλλά ως κράτους που χρειάζεται βαθύ εκδημοκρατισμό, διάλογο, συνύπαρξη και ειρήνη με όλα τα γειτονικά κράτη. Ήταν η εποχή που ευρωπαϊκά κράτη όπως η Ελλάδα συνομίλησαν με τις διεκδικήσεις των δημοκρατών στην Τουρκία. Η συζήτηση για την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ άνοιξε (Ελσίνκι 1999), οι συνομιλίες για ειρήνευση στην περιοχή επίσης. Η άνοδος του Ερντογάν στην εξουσία το 2002 ήταν αποτέλεσμα αυτής της σημαντικής στροφής: μιας τουρκικής νεωτερικότητας εκδημοκρατισμού με φορείς τις προοδευτικές δυνάμεις και το Ισλάμ ως δικαίωμα θρησκευτικής ελευθερίας. Η Αγιά Σοφιά, μνημείο-μουσείο, αγέρωχη στην Πόλη της.

Η σταδιακή μετακίνηση του Ερντογάν από το στρατόπεδο των δημοκρατικών δυνάμεων σε αυτό του αυταρχισμού, της σύγκρουσης ταυτοτήτων και πολιτισμών, αποτυπώνει την ιδεολογική του μετατόπιση σε έναν ανεξέλεγκτο νεοφιλελευθερισμό με ακραίο συντηρητισμό, που ενισχυόταν όσο ενισχύονταν όχι μόνο στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό οι αντίστοιχης ιδεολογίας δυνάμεις. Ο διάλογος ανάμεσα στην Τουρκία και τη «Δύση» ξαναγύρισε στα δεδομένα μιας αυταρχικής νεωτερικότητας. Ο Ερντογάν, μοναδικός φορέας διαλόγου με τη «Δύση» για την ευρύτερη –όχι μόνο για την Τουρκία- περιοχή αλλά και εγγυητής ο ίδιος πια της φαντασιακής συνέχειας του ορίου ανάμεσα στους δύο κόσμους, ανάμεσα στους δύο πολιτισμούς. Το προσφυγικό-μεταναστευτικό ήταν αυτό που νομιμοποίησε περισσότερο την επαναφορά όλων των παλιών σχημάτων, μιας βολικής, τόσο για την ΕΕ όσο και για τον Ερντογάν, οριενταλιστικής νεωτερικότητας. Η Αγιά Σοφιά ξαναβρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα. Χλιαρή η αντίδραση των ηγετών της ΕΕ για την Αγιά Σοφιά, χλιαρή γιατί ποτέ η Αγιά Σοφιά της Κωνσταντινούπολης δεν καταγράφτηκε στη συλλογική συνείδηση των Ευρωπαίων πολιτών ως μνημείο του παγκόσμιου πολιτισμού.

Η ελληνική Δεξιά εγκλωβίστηκε και πάλι ανάμεσα στον οριενταλιστικό εθνικισμό που διαχρονικά κουβαλάνε δυνάμεις στο εσωτερικό της και στη λογική του υπαγορευμένου -από τον ισχυρό δυτικό κόσμο στον οποίο επιδιώκει να ανήκει η Ελλάδα ως ευλαβής εταίρος- πραγματισμού: παραπαίει λοιπόν ανάμεσα στη διακοπή κάθε διαλόγου και στις μυστικές, άνωθεν επιβεβλημένες συναντήσεις. Η Δεξιά –κυρίως η σημερινή Δεξιά- δεν έχει τις ιδεολογικές αποσκευές ούτε να ανοίξει διάλογο με την Τουρκία, να συνομιλήσει, να αντιπαρατεθεί, να συμφωνήσει. Ούτε να πρωταγωνιστήσει σε έναν  εκτεταμένο ευρωτουρκικό διάλογο, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα γι αυτό. Δεν έχει οραματικό πραγματισμό, γι αυτό «κρύβεται» πίσω από ισχυρούς φίλους. Η αποδοχή του ρόλου της Ελλάδας ως ασπίδας της Ευρώπης, ως «εσχατιάς της Αυτοκρατορίας του πολιτισμένου κόσμου» απέναντι στους «εισβολείς», ως «θεματοφύλακας» της προώθησης του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής που ενισχύει τη λογική της σύγκρουσης πολιτισμών, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη των παραπάνω.

Η Αγιά Σοφιά δεν μετατρέπεται σε οθωμανικό τζαμί, δεν αποκαθιστά καμιά οθωμανική συνέχεια. Μετατρέπεται σε τουρκικό τζαμί, θύμα του αυταρχισμού του Τούρκου Ερντογάν και των ισχυρών συνομιλητών του, καθώς και του οριενταλισμού της Ευρώπης, της Ελλάδας συμπεριλαμβανόμενης.