Ο Τάκης Ζαχαράτος ξεκίνησε με επιτυχία τις παραστάσεις του στο Άλσος, στην Αθήνα με το «Έλα μία βόλτα», ένα μουσικοθεατρικό σόου και μίλησε στο νέο τεύχος του περιοδικού Αθηνόραμα όπου μάλιστα μπήκε και εξώφυλλο, για την Ελλάδα της πανδημίας αλλά και… για το μέλλον του ελληνικού θεάτρου.

Σε μία ερώτηση της δημοσιογράφου Μαρίας Κρύου για το ποιο είναι το πιο τρελό πράγμα που έχει κάνει, η απάντηση είχε να κάνει με την αγαπημένη του γενέτειρα, την Πάτρα.

«Ένα από τα πιο τρελά πράγματα που έχω κάνει είναι όταν στα 14 μου, που δεν με ήξερε κανείς, πήγα στο “Banana Moon” του Κοτοπούλη, ένα από τα καλύτερα πριβέ κλαμπ της Πάτρας, μπήκα μέσα και του είπα: “Γεια σας, θα ντυθώ Αλίκη Βουγιουκλάκη στην τουαλέτα, θα βγω σε ένα τέταρτο, θα βάλετε αυτό το τραγούδι, θα κάνω σόου και μετά και θα φύγω”. Και το έκανα! Βάφτηκα, ντύθηκα, είπα τα τραγούδια, πήρα το δίσκο και έφυγα… Τι να πω, δεν είναι λίγο τρελό όλο αυτό;».

Ο ταλαντούχος σώουμαν και μετρ των μιμήσεων Τάκης Ζαχαράτος όπως είπε στο Αθηνόραμα, «ο κ. Χαρδαλιάς μου έδωσε έμπνευση να γράψω κείμενα μέσα σε μια δύσκολη περίοδο».

Στο ερώτημα με ποιο από τα πρόσωπα που έχει ερμηνεύσει ένιωσε να ταυτίζεται και γιατί, ο Τάκης Ζαχαράτος απήντησε:

«Αγαπώ όλους τους ρόλους μου, όπως αγαπάει μια μητέρα τα παιδιά της. Ταυτίζομαι και ξε-ταυτίζομαι, αλλά δεν ξεχωρίζω κάποιον περισσότερο ή λιγότερο. Είναι όλοι μέσα στην καρδιά μου, τους αγαπώ πολύ, είναι ο θίασός μου. Πολλές φορές αισθάνομαι ότι είμαι ο οδηγός ενός πούλμαν που μεταφέρει όλους αυτούς τους χαρακτήρες. Μου είναι όλοι αγαπητοί και ενδιαφέροντες».

Όσο για την φετινή παράσταση είναι μια «άγρια σάτιρα» της Ελλάδας του 2020;

“Ξέρετε, το «άγριο», ακόμα και σε εισαγωγικά, δεν υπάρχει στις δικές μου παραστάσεις. Υπάρχει, θα έλεγα, μια ουσιαστική ματιά. Νομίζω ότι το άγριο δεν εξυπηρετεί την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Πιστεύω ότι με όλο αυτό που έχει συμβεί, αυτό το ξαφνικό σταμάτημα των πάντων, χρειάζεται μια ωραία εκδρομή που θα μας ξεμουδιάσει, θα μας ταξιδέψει και θα μας δώσει χρώμα, φως και αισιοδοξία. Σαφέστατα, στην παράσταση υπάρχει έντονη σάτιρα για την εγχώρια και διεθνή πολιτική σκηνή, την ελληνική σοουμπίζ, την ελληνική τηλεόραση, αλλά και την κοινωνία, κι αυτό με κάνει πραγματικά χαρούμενο και υπερήφανο, καθώς μου δίνει την ευκαιρία να εξελίσσω τον εαυτό μου μέσα από την εποχή και τις εκάστοτε φιγούρες που εμφανίζονται. Αυτή η παράσταση είναι ένας «καθρέφτης» της εποχής του 2020.”

Τι σας κέντρισε το ενδιαφέρον στο πρόσωπο του κυρίου Χαρδαλιά και του κυρίου Τσιόδρα και αποφασίσατε να τους μιμηθείτε;

“Πρώτα απ’ όλα να πούμε ότι και οι δύο έκαναν εξαιρετική δουλειά. Μου κέντρισε το ενδιαφέρον το πόσο «κόντρα» ρόλοι είναι. Είναι ένα ιδανικό «καλλιτεχνικό» ζευγάρι. Σε ένα θεατρικό έργο είναι δυο ρόλοι που σίγουρα θα «κρατούσαν» την παράσταση. Δύο αντίθετοι πόλοι αλλά πολύ ταιριαστοί. Μην ξεχνάτε ότι έμπαιναν καθημερινά στο σπίτι μας, κρεμόμασταν από τα χείλη τους, οι φιγούρες τους μας έγιναν οικείες. Πρόκειται για δύο ολοκληρωμένες προσωπικότητες με ταυτότητα. Δεν μπορείς να μιμηθείς ανθρώπους που δεν έχουν συγκεκριμένο στίγμα. Έχουν και οι δυο στοιχεία πρωταγωνιστή. Οι φιγούρες τους είναι ιδανικές για να βυθιστείς μέσα τους και να αντλήσεις πράγματα, να τα εξελίξεις και να δημιουργήσεις τη δική σου «προσωπογραφία». Ειδικά ο κ. Χαρδαλιάς μου έδωσε έμπνευση να γράψω κείμενα μέσα σε μια δύσκολη περίοδο, να δημιουργήσω, κι αυτό το θεωρώ ευλογία”.

Σημειωτέον πως ο Υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη και Διαχείρισης Κρίσεων Νίκος Χαρδαλιάς πήγε ήδη και απόλαυσε την παράσταση.

Όσο για την πρώτη παράσταση που είδε ο Τάκης Ζαχαράτος στη ζωή του ήταν όπως είπε, «παράσταση Θεάτρου Σκιών. Με πήγε η γιαγιά μου η Χαρίκλεια στην Αρόη. Θυμάμαι ότι είχα τρυπώσει στα παρασκήνια για να δω τον καραγκιοζοπαίχτη. Ήθελα να καταλάβω πώς το κάνει όλο αυτό, όλες αυτές τις διαφορετικές φωνές και φιγούρες. Η γιαγιά μου είχε τρομάξει επειδή νόμιζε ότι το είχα σκάσει. Νομίζω ότι από τότε μου μπήκε αυτή η ιδέα. Κατά κάποιον τρόπο κι εγώ θέατρο σκιών κάνω, με την έννοια ότι συνδυάζω φιγούρες που στη ζωή δεν θα μπορούσαν να συναντηθούν ποτέ. Ήταν πάντως τόσο μαγικό!».