Τον πρώτο σταθμό μέτρησης της κλιματικής αλλαγής σε οικοσυστήματα στην Ελλάδα εγκαθιστά το Ταμείο Διοίκησης και Διαχείρισης Πανεπιστημιακών Δασών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στο Περτούλι Τρικάλων, με προδιαγραφές για να ενταχθεί στα παγκόσμια δίκτυα, τα οποία παρακολουθούν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.

Πρόκειται για σταθμό τύπου «Flux Tower», ο οποίος θα φέρει μια σειρά από ειδικούς αισθητήρες, που μετρούν τον στροβιλισμό του αέρα πάνω από την κώμη των δένδρων, καθώς και την ανταλλαγή αερίων θερμοκηπίου, νερού και ενέργειας μεταξύ του δασικού οικοσυστήματος και της ατμόσφαιρας. Η κατασκευή του χρηματοδοτείται με 120.000 ευρώ από την Περιφέρεια Θεσσαλίας. Εφόσον ολοκληρωθεί και πιστοποιηθεί για τη συμβατότητα των μετρήσεών του με τα διεθνή δίκτυα παρακολούθησης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα «ICOS» και «FluxΝet», θα μπορέσει να αποτελέσει τον πρώτο ελληνικό σταθμό που εντάσσεται σε αυτά.

«Με ενέργειες όπως αυτή, η Ελλάδα εντάσσεται στον παγκόσμιο χάρτη των χωρών που καταγράφουν τα αέρια του θερμοκηπίου και προσδιορίζουν τόσο τις εκροές τους από ανθρωπογενείς δραστηριότητες, όσο και τη δέσμευσή τους στις λεγόμενες αποθήκες άνθρακα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό ενόψει των νέων διεθνών δεσμεύσεων για την επίτευξη των στόχων της βιώσιμης ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και μιας σειράς σχετικών ευρωπαϊκών οδηγιών, όπως η 525/2013, που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος του Ταμείου Διοίκησης και Διαχείρισης Πανεπιστημιακών Δασών και επιστημονικά υπεύθυνος του εγχειρήματος, καθηγητής του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ, Ιωάννης Γήτας, εξηγώντας πως «στόχος είναι η ολοκλήρωση της κατασκευής του σταθμού τους επόμενους μήνες και η ένταξή του σε πιστοποιημένα πανευρωπαϊκά και παγκόσμια δίκτυα σταθμών, όπως το ICOS και το FLUXNET μέσα στο επόμενο έτος».

Σήμερα, στο «Ολοκληρωμένο Σύστημα Παρακολούθησης των Εκπομπών Διοξειδίου του Άνθρακα» (ICOS) συμμετέχουν με τα εθνικά δίκτυά τους 12 χώρες (Βέλγιο, Τσεχία, Δανία, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία, Νορβηγία, Σουηδία, Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο). Συνολικά τις μετρήσεις τους στέλνουν 134 σταθμοί τριών κατηγοριών: Ατμόσφαιρας, Οικοσυστημάτων και Ωκεανών. Ο σταθμός του ΑΠΘ, εφόσον πιστοποιηθεί, θα προστεθεί στους 81 σταθμούς της δεύτερης κατηγορίας, οι οποίοι λειτουργούν σήμερα πανευρωπαϊκά.

«Όλες οι μετρήσεις θα είναι τυποποιημένες σύμφωνα με τα διεθνή στάνταρντ και υψηλής ακρίβειας. Οι τυποποιημένες, υψηλής ακρίβειας και μακροπρόθεσμες παρατηρήσεις που παράγονται από κάθε σταθμό ξεχωριστά, αλλά και από τα διεθνή δίκτυα σταθμών όπως το ICOS, συνολικά παρέχουν πληροφορίες υποστήριξης πολιτικών και λήψης αποφάσεων σχετικών με την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και των επιπτώσεών αυτής τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο», διευκρίνισε ο κ. Γήτας.

Ο σταθμός θα εγκατασταθεί κοντά στο χιονοδρομικό κέντρο Περτουλίου. «Η θέση ενός σταθμού είναι αντιπροσωπευτική μιας περιοχής και για την επιλογή της λαμβάνονται υπόψη το έδαφος, η βλάστηση και οι περιβαλλοντικές συνθήκες. Όμως, είναι σημαντικό να παρατηρούμε τα αέρια θερμοκηπίου σε μια ποικιλία οικοσυστημάτων, ώστε να μάθουμε πώς αντιδρούν σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κλίμα», επισήμανε ο κ. Γήτας, προσθέτοντας ότι στο πλαίσιο αυτό «η ομάδα του ΑΠΘ εκτιμά πως με σκοπό τη δημιουργία εθνικού δικτύου απαιτείται η εγκατάσταση και άλλων δύο σταθμών».

Γνωστοποίησε, δε, πως «με δεδομένο ότι ο σταθμός μέτρησης στο Περτούλι οδεύει προς την κατασκευή του, έχουν ξεκινήσει συζητήσεις με την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Κρήτης, τη Διεύθυνση Δασών Χανίων, το ΙΤΕ και το ΜΑΙΧ για την εγκατάσταση σταθμού στα Λευκά Όρη», ενώ «επιδιώκεται η συνεργασία με την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας για την εγκατάσταση παρόμοιου σταθμού και στο Πανεπιστημιακό Δάσος του ΑΠΘ στον Ταξιάρχη Χαλκιδικής».

«Το εγχείρημα εντάσσεται στο πλαίσιο προώθησης τεχνολογικών εξελίξεων σχετικών με την παρακολούθηση και υποδειγματική διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος, το οποίο αποτελεί ιδρυτικό σκοπό του Ταμείου Διοίκησης και Διαχείρισης Πανεπιστημιακών Δασών και συνδέει με τον καλύτερο τρόπο την έρευνα με την εκπαίδευση και την καινοτομία», ανέφερε ο καθηγητής.