Μετά από ένα έτος κλιματικής αλλαγής, το οποίο αποτελεί κορυφαία ιστορία των μέσων ενημέρωσης και ανησυχία για τη δημόσια πολιτική σε πολλές χώρες, η προσοχή εστιάζεται και θα επικεντρωθεί σωστά, στον Covid-19 για ορισμένο χρονικό διάστημα. Η εν λόγω νέα ευρύτερη κοινωνική συνθήκη, θέτει τους ηγέτες του κλίματος σε μια δύσκολη κατάσταση.

Λαμβάνοντας υπόψη τις άνευ προηγουμένου διαταραχές στην υγεία, τα οικονομικά και κοινωνικά συστήματα που διαμορφώνει η κατάσταση έκτακτης ανάγκης για την υγεία, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος οι κυβερνήσεις, οι επιχειρήσεις, οι κοινότητες, τα νοικοκυριά και τα άτομα να έχουν έλλειψη χρόνου, οικονομικών πόρων ή συναισθηματικής ικανότητας για την αντιμετώπιση της κλιματικής έκτακτης ανάγκης, ακόμα και μετά το πέρασμα της πανδημίας. Είναι επίσης πιθανό ότι η κρίση του Covid-19 θα μας οδηγήσει περαιτέρω σε διχασμό και πολιτική πόλωση, αντί να διατηρήσουμε την ορμή αναφορικά με την ένωση

Η κλιματική δράση δε μπορεί να σταματήσει. Είναι αδύνατο να γνωρίζουμε για πόσο καιρό θα διαρκέσει η κρίση του ιού, αλλά η επιστήμη καθιστά σαφές ότι ο χρόνος εξαντλείτε για να αποτρέψει την καταστροφική κλιματική αλλαγή. Οι επικοινωνιακοί του κλίματος πρέπει να εντοπίσουν τρόπους για να προωθήσουν τη συνομιλία. Απαιτείται ευαισθησία. Τώρα δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να παρατηρήσουμε τις εκπομπές και τη μείωση της ρύπανσης που οφείλονται στην οικονομική διακοπή λειτουργίας. Είναι ωστόσο μια στιγμή μεγάλης αλλαγής, όπου οι κοσμοθεωρίες και οι αξίες επανεξετάζονται και αναδιατάσσονται. Αυτό δημιουργεί ευκαιρίες για τη σύνδεση της κρίσης υγείας με την κλιματική αλλαγή και την υποστήριξη λύσεων που αντιμετωπίζουν και τα δύο.

Ο Covid-19 αποκαλύπτει την ευπάθεια των συστημάτων στα οποία στηριζόμεθα και την ανάγκη για συστηματικές αλλαγές για τη διατήρηση ασφάλειας της υγείας και της οικονομικής ευημερίας. Πολλοί παράγοντες που αυξάνουν την ευπάθεια στον Covid-19 όπως η ηλικία, οι υπάρχουσες συνθήκες υγείας, οι εισοδηματικές ανισότητες, η ανεπαρκής στέγαση, ο τύπος απασχόλησης και ο ρατσισμός, είναι επίσης αιτίες που προξενούν μεγαλύτερα προβλήματα. Η αντιμετώπιση αυτών των κρίσεων απαιτεί συστημική αλλαγή. Η επέκταση της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη, η αντιμετώπιση των οικονομικών και των φυλετικών ανισοτήτων, η οικοδόμηση της ετοιμότητας της κοινότητας και η βελτίωση της ποιότητας του αέρα και του νερού, είναι μόνο ορισμένες στρατηγικές που αυξάνουν την υγεία και την ανθεκτικότητα του κλίματος.

Ο Covid-19, έχει τη δυνατότητα να αλλάξει απόψεις σχετικά με τα καθήκοντα και τις ευθύνες των πολιτών. Η διαπίστωση αυτή δεν αναφέρεται για να υποβαθμίσει τα δεινά που πολλοί βιώνουν ή τη δυνατότητα αντίδρασης από τους περιορισμούς οι οποίοι τίθενται στις επιχειρηματικές δραστηριότητες και στη ζωή των ανθρώπων. Ταυτόχρονα, η εμπειρία της συνάντησης για να υπερβεί μια μεγάλη πρόκληση στην οποία ο καθένας μπορεί να διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο, μπορεί να αυξήσει την εμπιστοσύνη στη συλλογική ανταπόκριση και να ενισχύσει την αίσθηση της προσωπικής αποτελεσματικότητας και ευθύνης. Οι απόπειρες επικοινωνίας για το κλίμα, πρέπει να δίνουν έμφαση στις λύσεις και να παρέχουν σαφείς παροτρύνσεις για δράση και πόρους, ώστε το κοινό να συμμετέχει στην αλλαγή.

Ο Covid-19 καθιστά οδυνηρά σαφές πόσο διασυνδεδεμένος είναι ο κόσμος και τη σημασία της ταχείας και συντονισμένης κυβερνητικής αντίδρασης σε ένα παγκόσμιο πρόβλημα, αντί να βασίζεται στις αγορές για την παροχή λύσεων. Το ίδιο επιχείρημα μπορεί να γίνει για την ανάγκη άμεσης παγκόσμιας δράσης για την κλιματική αλλαγή. Κάθε χώρα επηρεάζεται. Κανένας δε μπορεί να προετοιμαστεί για τις επιπτώσεις. Η λήψη μέτρων παρέχει στην παρούσα χρονική στιγμή πιο διευρυμένο αριθμό επιλογών και είναι ο πιο αποδοτικός τρόπος, για τη μείωση των βλαβών και των διαταραχών.

Ο κρίσιμος ρόλος τον οποίο παίζει η επιστήμη στην αντιμετώπιση μιας κρίσης αυξάνεται επίσης. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια επωφελής εξέλιξη δεδομένης της συνεχούς απόπειρας τις τελευταίες δεκαετίες για τη δυσφήμηση της λήψης αποφάσεων βάση τεκμηρίων και την καταστολή δεδομένων από τη βιομηχανία και τους κυβερνητικούς αξιωματούχους.

Είναι σαφές εδώ και αρκετό καιρό η σημασία της ενίσχυσης, ότι οι επιστήμονες σε όλο τον κόσμο συμφωνούν πως ο πλανήτης θερμαίνεται λόγω των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και ότι αυτό προκαλεί καταστροφικές συνέπειες οι οποίες θα επιδεινωθούν εάν οι εκπομπές δε μειωθούν δραματικά. Η ανωτέρω επισήμανση μπορεί να αντηχεί περισσότερο, καθώς ο ιός υπογραμμίζει την ουσιαστική ανάγκη να υπάρχουν δεδομένα και οι ειδικοί να καθοδηγούν τις αποφάσεις πολιτικής.

Τώρα περισσότερο από ποτέ, είναι ώρα για σύμπνοια. Οι ηγέτες του κλίματος έχουν εμπειρία, εξαιτίας του ότι εργάζονται μεσώ διασυνδεόμενων ζητημάτων και αβεβαιοτήτων, αντιμετωπίζοντας τις ανισότητες, τη θλίψη και την κατάθλιψη του κλίματος στον εαυτό μας, στα δίκτυα και στις κοινότητές μας. Η εμπειρία αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί, για να διασφαλιστεί ότι οι απόπειρες επικοινωνίας για το κλίμα, βασίζονται σε ανησυχία για την ευημερία των ανθρώπων και αναγνωρίζουν τη θλίψη και το τραύμα που βιώνουν, ενώ ταυτόχρονα προσφέρουν εμπνευσμένο και εφικτό όραμα για την επίτευξη οικονομικής, υγείας και ανθεκτικότητας στο κλίμα.

Μια μικρή ελπίδα μπορεί να προχωρήσει ιδιαιτέρως στην ενεστώσα ιστορική στιγμή εκ του ότι αυτοαναφορές  και αλληλοαναφορές επαυξάνονται όλο και περεταίρω, ενώ, αντιμετωπίζουμε τις αβεβαιότητες οι οποίες ευρίσκονται ενώπιον μας. Ευκαιρία λοιπόν για αυτοκριτική, περισυλλογή, περισσότερη ανθρωπιά και πειθαρχία.    

Χριστίνα Βάγγαλη

Δημοσιογράφος

Τακτικό Μέλος «Ι.Ε.Θ.Π.»