Αντικρουόμενα είναι τα συμπεράσματα της Διακρατικής Έκθεσης του ερευνητικού Προγράμματος HBSC/WHO «Spotlight on adolescent health and well-being» του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) σε ότι αφορά στους Έλληνες εφήβους.

Συγκεκριμένα, αν και θεωρούν ότι η υγεία τους είναι καλή, αναφέρουν συχνά πολλαπλά ψυχολογικά ή/και σωματικά προβλήματα. Επιπλέον, δηλώνουν πως έχουν υποστήριξη από την οικογένειά τους, αλλά δεν είναι εύκολο να μιλήσουν στον πατέρα για σοβαρά ζητήματα, ενώ αναφέρουν συχνότερα κατανάλωση αλκοόλ και τσιγάρου, αλλά και ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή ήδη από την ηλικία των 15 ετών, όπως αναφέρει το protothema.

Στην έρευνα που έγινε το 2018, συμμετείχε πανελλήνιο αντιπροσωπευτικό δείγμα 3.845 μαθητών της ΣΤ΄ Δημοτικού, της Β' Γυμνασίου και της Α' Λυκείου από 238 σχολικές μονάδες, με επιστημονικά υπεύθυνη για την Ελλάδα την κυρία Άννα Κοκκέβη, Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών και Επικεφαλής του Τομέα Επιδημιολογικών και Ψυχοκοινωνικών Ερευνών του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγιεινής (ΕΠΙΨΥ). Στόχος ήταν να αποτυπωθεί η σωματική και ψυχοκοινωνική υγεία των έφηβων-μαθητών στην Ελλάδα, σε σύγκριση με τους συνομηλίκους από 45 χώρες της Ευρώπης και τον Καναδά.

Σύμφωνα με την κυρία Κοκκέβη «είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό το γεγονός ότι τα ποσοστά των εφήβων που αναφέρουν ότι λαμβάνουν μεγάλη υποστήριξη από τους γονείς και από την παρέα τους είναι υψηλότερα στη χώρα μας συγκριτικά με τις περισσότερες από τις χώρες που συμμετέχουν στην έρευνα -ενδεικτικό του ότι ο κοινωνικός ιστός συνεχίζει να προσφέρει στους νέους μας ένα αίσθημα ασφάλειας, κάτι που μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντικό σε συνθήκες όπως αυτές που βιώνουμε λόγω της πανδημίας του covid-19».

«Ωστόσο», προσθέτει «είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό το ότι το σχολείο παραμένει στη χώρα μας ένα περιβάλλον το οποίο, αντί να αποτελεί εστία άντλησης ικανοποίησης και στήριξης για τα νεαρά του μέλη, φαίνεται να αντιμετωπίζεται από τους περισσότερους εφήβους με αρνητικά συναισθήματα και δυσπιστία.Το παραπάνω οφείλει να μάς προβληματίσει όλους και ιδιαίτερα την εκπαιδευτική κοινότητα, η οποία παίζει έναν ισχυρό διαμορφωτικό ρόλο στις εμπειρίες και την ανάπτυξη της προσωπικότητας των μαθητών».

Αναλυτικά τα κύρια ευρήματα της μελέτης για την Ελλάδα έχουν ως εξής:

Οι έφηβοι στην Ελλάδα αναφέρουν:

σε χαμηλότερο ποσοστό λήψη πρωινού καθημερινά τις ημέρες του σχολείου (48%, έναντι 58% των εφήβων του Προγράμματος συνολικά) και κατανάλωση φρούτων σε καθημερινή βάση (31%, έναντι 40% των εφήβων του Προγράμματος συνολικά)

σε σχεδόν υποτριπλάσιο ποσοστό κατανάλωση αναψυκτικών με ζάχαρη (6%, έναντι 16% των εφήβων του Προγράμματος συνολικά)

σε παρόμοιο ποσοστό ότι τρώνε μαζί με την οικογένειά τους καθημερινά (48%, έναντι 50% των εφήβων του Προγράμματος συνολικά)- ωστόσο, τα κορίτσια στην Ελλάδα αναφέρουν καθημερινά γεύματα με την οικογένεια σε χαμηλότερο ποσοστό (44%) σε σύγκριση με τα κορίτσια στις χώρες του Προγράμματος (48%)

σε χαμηλότερο ποσοστό -το 6ο χαμηλότερο– ότι βουρτσίζουν τα δόντια τους περισσότερο από μία φορά την ημέρα (52%, έναντι 65% των εφήβων του Προγράμματος συνολικά)

σε χαμηλότερο ποσοστό ότι κάνουν φυσική δραστηριότητα καθημερινά (16%, έναντι 19% των εφήβων του Προγράμματος συνολικά)

Επίσης,

σε υψηλότερο ποσοστό οι έφηβοι στην Ελλάδα (25%) συγκριτικά με το πρόγραμμα HBSC συνολικά (21%) είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, κατατάσσοντας την χώρα μας στην 6η υψηλότερη θέση. Η διαφορά αυτή εμφανίζεται κυρίως στα αγόρια (31% στην Ελλάδα και 25% στις χώρες του προγράμματος HBSC.

σε παρόμοια ποσοστό οι έφηβοι στην Ελλάδα (25%) και στις χώρες του προγράμματος HBSC συνολικά (27%) θεωρούν το σώμα τους «παχύ».

Σε παρόμοιο ποσοστό οι έφηβοι στην Ελλάδα (33%) και στο πρόγραμμα HBSC συνολικά (35%) αναφέρουν ότι έχουν πολύ συχνή επικοινωνία με φίλους ή άλλους μέσω ηλεκτρονικών μέσων.

Σε πολύ χαμηλότερο ποσοστό οι έφηβοι στην Ελλάδα (8%) συγκριτικά με το πρόγραμμα HBSC συνολικά (14%) δείχνουν ισχυρή προτίμηση στην κοινωνική αλληλεπίδραση μέσω ίντερνετ έναντι της επαφής «πρόσωπο με πρόσωπο».

Σε υψηλότερο ποσοστό (10%) οι έφηβοι στην Ελλάδα συγκριτικά με το πρόγραμμα HBSC συνολικά (7%) κάνουν προβληματική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης με τη διαφορά αυτή να είναι πολύ εντονότερη στα κορίτσια (12% στην Ελλάδα έναντι 8% στο Πρόγραμμα, συνολικά).

Ψυχοκοινωνική υγεία

Σε πολύ υψηλότερο ποσοστό –το 6ο υψηλότερο– (50%) οι έφηβοι στην Ελλάδα συγκριτικά με τους εφήβους στο σύνολο των χωρών του προγράμματος HBSC (37%) αναφέρουν ότι η υγεία τους είναι πάρα πολύ καλή.

Χειρότερη αξιολογούν τη ζωή τους οι έφηβοι στην Ελλάδα (Μέση Τιμή:7,6) σε σχέση με τους εφήβους στο Πρόγραμμα HBSC (Μέση Τιμή:7,8). Η διαφορά αυτή είναι εντονότερη στα κορίτσια και στους μεγαλύτερους (3η χαμηλότερη θέση στους 13χρονους) εφήβους, ενώ, αντίθετα, μεταξύ των 11χρονων η Ελλάδα έχει υψηλότερη τιμή από το μέσο όρο του Προγράμματος.

Σε πολύ υψηλότερο ποσοστό- το 4ο μεταξύ των χωρών του προγράμματος HBSC- οι έφηβοι στην Ελλάδα (44%) συγκριτικά με το Πρόγραμμα συνολικά (35%) αναφέρουν πολλαπλά ψυχολογικά/σωματικά συμπτώματα (πονοκέφαλο, πόνο στο στομάχι, πόνο στη μέση/πλάτη, ακεφιά, δυσθυμία. Νευρικότητα, δυσκολία στον ύπνο, ζαλάδα) με τη διαφορά να είναι εντονότερη μεταξύ των κοριτσιών και μεταξύ των μεγαλύτερων εφήβων.

Σεξουαλική συμπεριφορά

Σε υψηλότερο ποσοστό οι 15χρονοι έφηβοι στην Ελλάδα (26%) –το 3ο υψηλότερο μεταξύ των χωρών που συμμετέχουν στο πρόγραμμα HBSC (19%)- αναφέρουν ότι είχαν τουλάχιστον μία ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή στη ζωή τους, με τη διαφορά αυτή να είναι εντονότερη στα αγόρια (34% και 24% αντίστοιχα, στην Ελλάδα και στο σύνολο των χωρών του Προγράμματος). Μεταξύ των 15χρονων που αναφέρουν σεξουαλική εμπειρία, η Ελλάδα έχει :

το 2ο υψηλότερο ποσοστό (74%) εφήβων που αναφέρουν χρήση προφυλακτικού κατά την τελευταία σεξουαλική επαφή· το αντίστοιχο ποσοστό στο πρόγραμμα HBSC συνολικά είναι 61%.

το χαμηλότερο ποσοστό (6%) εφήβων που αναφέρουν χρήση αντισυλληπτικού χαπιού κατά την τελευταία σεξουαλική επαφή· το αντίστοιχο ποσοστό στο πρόγραμμα HBSC συνολικά είναι 26%.