Το μήνυμα των κεντρικών τραπεζών είναι σαφές και ξεκάθαρο: δεν είναι καιρός για μια χρηματοπιστωτική κρίση που θα έχει προκληθεί από τις κεφαλαιαγορές.

Οι ζοφερές εκτιμήσεις στις οποίες προέβησαν τις προηγούμενες ημέρες οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής σε Ιαπωνία, ΗΠΑ και Ευρωζώνη για τις οικονομικές προοπτικές συνοδεύονταν από εκφράσεις αποφασιστικότητας να συνεχίσουν να διοχετεύουν ρευστότητα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η ταχεία επέκταση των ισολογισμών των κεντρικών τραπεζών πέραν των 18 τρισ. δολαρίων θα συνεχιστεί, οι αρμόδιοι θα συνεχίσουν να «σβήνουν τη φωτιά».

Ένα τέτοιο εγχείρημα περιλαμβάνει τη διατήρηση της τάξης στις πιστωτικές αγορές και τη χορήγηση δανείων προς μικρότερες επιχειρήσεις.

Προς τούτο οι κεντρικές τράπεζες συσπειρώνονται.

Η Τράπεζα της Ιαπωνίας ανακοίνωσε πως σχεδιάζει να τετραπλασιάσει την αγορά εταιρικού χρέους στα 20 τρισ. γεν (186 δισ. δολάρια) μέχρι το Σεπτέμβριο του 2020, ενώ η Αποθετική Τράπεζα της Ινδίας, με τη σειρά της, ανακοίνωσε ένα νέο πιστωτικό εργαλείο για αμοιβαία κεφάλαια ύψους 500 δισ. ρουπιών (6,6 δισ. δολαρίων).

Καθώς ορισμένες χώρες κινούνται προς την επανέναρξη της οικονομικής τους δραστηριότητας, οι επενδυτές πρέπει να εξετάσουν τις μεταβάσεις.

Έως τώρα η κατοχή κρατικών ομολόγων ανώτερου επιπέδου (όπως τα αμερικανικά Treasuries) ήταν μια επιτυχής στρατηγική, που βοηθούσε στο να αντισταθμιστούν οι απώλειες από άλλους τίτλους.

Όμως, σε μεγάλο βαθμό η στρατηγική αυτή έχει κάνει τον κύκλο της, εκτός και αν υπάρξει περιχαράκωση του αποπληθωρισμού.

Σε εξέλιξη βρίσκεται τώρα μια στροφή προς τις πιστώσεις και τις μετοχές, καθοδηγούμενη από μια τάση προς εταιρείες υψηλής ποιότητας στους τομείς της τεχνολογίας και της υγείας.

Το αν αυτή η στενή και επιλεκτική τάση θα διευρυνθεί και σε άλλους τομείς είναι κάτι που θα εξαρτηθεί από τις αποδείξεις πως η πανδημία πράγματι υποχωρεί και από το αν η οικονομική δραστηριότητα ανακάμπτει.

Επί του παρόντος ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι ξεκάθαρο.

Η εν λόγω αβεβαιότητα ερμηνεύει το γιατί τα premium του πιστωτικού ρίσκου παραμένουν υψηλά σε σύγκριση με τα επίπεδα των αρχών Φεβρουαρίου.

Στις αμερικανικές πιστώσεις, η περιορισμένη μείωση των spreads αντανακλά και την πίεση που προκαλεί η πλημμύρα των πωλήσεων ομολόγων από εταιρείες που προσπαθούν να αναχρηματοδοτήσουν τις δεσμεύσεις τους με τη στήριξη της Fed.

Οι αγορές εταιρικού χρέους υψηλότερου κινδύνου από τη Fed δεν έχουν ξεκινήσει ακόμα, όμως η επίπτωση είναι ξεκάθαρη.

Για πολλούς, το μάθημα είναι πως τις περιόδους αυξημένων spreads συνήθως ακολουθούν ισχυρές αποδόσεις τα επόμενα χρόνια, καθώς ανακάμπτει η οικονομική δραστηριότητα και οι επιχειρήσεις επικεντρώνονται στην αποπληρωμή του χρέους τους και στη μείωση της μόχλευσής τους.

Ορισμένοι επενδυτές πιθανότατα θυμούνται τις αναταράξεις του 2008, τις οποίες ακολούθησαν ισχυρά κέρδη στην εταιρική πίστη.

Μια αξιοσημείωτη διαφορά είναι πως τότε ο κίνδυνος της χρεοκοπίας ήταν επικεντρωμένος κυρίως στο χρηματοπιστωτικό τομέα.

Ύστερα από μία και πλέον δεκαετία εύκολης πρόσβασης στις κεφαλαιαγορές, ο μη χρηματοπιστωτικός τομέας ανά τον κόσμο είναι πολύ πιο ευάλωτος στις επισφάλειες, τις αναδιαρθρώσεις και τις χρεοκοπίες.

Τον περασμένο Οκτώβριο το ΔΝΤ είχε προειδοποιήσει στην έκθεσή του για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα πως οι επιχειρήσεις σε Κίνα, Ηνωμένο Βασίλειο και ΗΠΑ εμφάνισαν ορισμένες ιδιαίτερα ανησυχητικές δηλώσεις εισοδήματος, όπου τα κέρδη δεν κάλυπταν τις δαπάνες για τόκους.

Η Ισπανία και η Γαλλία δεν τα πήγαιναν πολύ καλύτερα.

Οι επενδυτές μπορεί να χαίρονται για τη στήριξη από τις κεντρικές τράπεζες, όμως οι προσπάθειές τους δείχνουν το μεγάλο στοίχημα που αντιμετωπίζουν οι πιστωτικές αγορές.

Δουλειά των κεντρικών τραπεζών είναι να παρέχουν ρευστότητα.

Όμως, όπως επισημαίνεται εύστοχα, η πρόκληση από τον κοροναϊό έχει λιγότερο να κάνει με τη ρευστότητα απ’ ό,τι με τη φερεγγυότητα. Η κρατική πιστωτική ποιότητα, όπως και αυτή των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, δέχεται μεγάλο πλήγμα.

Επίκειται ένας κύκλος χρεοκοπιών, και το ερώτημα είναι το μέγεθος και η διάρκεια της ζημιάς.

Η αγορά ορισμένων επιλεγμένων πιστώσεων υψηλότερου κινδύνου μπορεί να δικαιωθεί συν τω χρόνω, και εδώ οι ενεργοί μάνατζερ έχουν την ευκαιρία να λάμψουν και να δικαιολογήσουν τις αμοιβές τους.

Οι κεντρικές τράπεζες μπορεί να πετύχουν τον περιορισμό της πιστωτικής αγωνίας και να αμβλύνουν τον κύκλο των χρεοκοπιών, όμως, όπως εκτιμάται, σε δύο με τρία χρόνια από τώρα το βάρος του εταιρικού χρέους θα είναι μεγαλύτερο και η πίεση για διατήρηση χαμηλών επιτοκίων θα ενταθεί.

Είναι φανερό πως οι κεντρικές τράπεζες είναι παγιδευμένες και η προσπάθεια αποτροπής χρηματοπιστωτικών αναταράξεων αυτήν τη στιγμή ενέχει πιο μακροπρόθεσμα κόστη, που μπορεί να μην προστατεύουν τους επενδυτές.

Όπως επισημαίνεται, οι αγορές της Fed δεν μπορούν να μετατρέψουν το επισφαλές χρέος σε «καλό» χρέος.

Τούτου δοθέντος, ένας αγοραστής που δεν είναι προσεκτικός μπορεί να εκλάβει λανθασμένα τη ρευστότητα της Fed ως πιστωτική δύναμη και να πληρώσει το τίμημα αργότερα, όταν θα αρχίσουν για τα καλά οι υποβαθμίσεις και οι χρεοκοπίες.