Νέα δεδομένα από εκτεταμένες έρευνες στην Κίνα σχετικά με την πανδημία COVID-19, σε συνδυασμό με όσα ξέρουμε από παλιότερες επιδημίες κορονοϊών, παρέχουν σημαντικά συμπεράσματα για τις ηπατοτοξικές και γαστρεντερικές επιπτώσεις του νέου κορονοϊού.

Είναι γνωστό ότι ο νέος κορονοϊός συνοδεύεται κυρίως από αναπνευστικά συμπτώματα, αλλά αυτά δεν είναι τα μοναδικά πρώιμα σημάδια της νόσου COVID-19. Η διάρροια, η ναυτία, ο εμετός και ο κοιλιακός πόνος έχουν πλέον τεκμηριωθεί ως συμπτώματα σε πολλούς ασθενείς. Μάλιστα, συχνά αυτά τα συμπτώματα προηγούνται των αναπνευστικών.

Μια πρόσφατα δημοσιευμένη μελέτη δείχνει επίσης ότι ο κορονοϊός ανιχνεύεται στα κόπρανα σε πάνω από το 50% των μολυσμένων νοσηλευόμενων ασθενών. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο δωδεκαδάκτυλος και το ορθό παρουσιάζουν οίδημα με διηθητικά κύτταρα πλάσματος και λεμφοκύτταρα. Το ένζυμο μετατροπής αγγειοτενσίνης 2 (ACE2) και η πρωτεΐνη νουκλεοκαψιδίου (nucleocapsid protein) ήταν θετικά σε δείγματα από ασθενείς. Αυτό καθιστά πιθανή τη γαστρεντερική διάδοση της COVID-19.

Η παρουσία ιικού RNA στα κόπρανα βρέθηκε επίσης στο 20% των ασθενών με COVID-19, παρά ττο γεγονός ότι δύο διαδοχικά δείγματα από την αναπνευστική οδό, τα οποία συλλέχθηκαν σε απόσταση τουλάχιστον 24 ωρών, ήταν αρνητικά. Αυτό σημαίνει ότι ο κορονοϊός μπορεί να μεταδοθεί από τα κόπρανα ακόμα και αν δεν εντοπίζεται πια στην αναπνευστική οδό.

Αυτά τα αποτελέσματα έχουν άμεσο αντίκτυπο όσον αφορά τις προφυλάξεις γύρω από την μετάδοση του ιού SARS-CoV-2, ειδικά σε νοσηλευόμενους ασθενείς.

Κορονοϊός: Τι επίπτωση έχει στο ήπαρ

Η ηπατική ανεπάρκεια είναι μια άλλη αναδυόμενη ανησυχία σχετικά με τη νόσο COVID-19.

Το ίδιο είχε διαπιστωθεί και σε προηγούμενους σοβαρούς κορονοϊούς, όπως με το Σοβαρό Οξύ Αναπνευστικό Σύνδρομο (SARS). Σύμφωνα με έρευνα του 2004, έως και το 60% των ασθενών με SARS είχε ηπατική δυσλειτουργία, με δείγματα βιοψίας ήπατος να δείχνουν ιικά νουκλεϊκά οξέα και τραυματισμό στο ήπαρ. Οι ερευνητές τότε επισήμαναν, ότι η ηπατική βλάβη μπορεί να ήταν το αποτέλεσμα από την φαρμακευτική θεραπεία, δεδομένου ότι οι περισσότεροι από εκείνους τους ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με υψηλές δόσεις δυνητικά ηπατοτοξικών αντιιικών, αντιβιοτικών και στεροειδών φαρμάκων.

Μια πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι το 54% των ασθενών που νοσηλεύθηκαν με COVID-19 (σε ένα και μόνο κέντρο υγείας στην Κίνα) είχε αυξημένα επίπεδα στην γ-γλουταμυλοτρανσφεράση (gamma-glutamyl transferase - GGT). Η έκφραση του υποδοχέα ACE2 εμπλουτίζεται με τα χολαγγειοκύτταρα (cholangiocytes), γεγονός που υποδηλώνει ότι η νόσος COVID-19 συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο χολικής βλάβης, εκτός της ηπατοκυτταρικής βλάβης, όπως υποστηρίζεται από αυτές τις αυξήσεις της GGT.

Τα άτομα που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο για σοβαρά συμπτώματα της νόσου COVID-19 είναι συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας ή/και έχουν υποκείμενα νοσήματα, όπως ο διαβήτης, οι καρδιαγγειακές παθήσεις και η υπέρταση.

Αυτό συμβαίνει και στους ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο για μη αναγνωρισμένη υποκείμενη ηπατική νόσο, ιδιαίτερα μη αλκοολική λιπώδη ηπατική νόσο. Αυτό θα μπορούσε να τους κάνει πιο ευάλωτους σε ηπατική βλάβη από τον ιό SARS-CoV-2, από κάποια φάρμακα που πιθανώς χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπισή του, ή από υποξία.

Η υπερβολική αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος συνοδεύει την πρόοδο της νόσου, η οποία μπορεί να οδηγήσει ανεξάρτητα σε ανεπάρκεια οργάνων. Είναι καλά αποδεδειγμένο ότι τα ηπατικά ένζυμα αυξάνονται κατά τη διάρκεια συστημικών λοιμώξεων.

Η εποχική γρίπη δεν έχει συνδεθεί με την ηπατίτιδα. Ωστόσο, μια αναδρομική μελέτη του 2009, που συνέκρινε περιστατικά με μόλυνση είτε με εποχική γρίπη είτε με την παθογόνο γρίπη A/H1N1, έδειξε ότι η τελευταία οδήγησε σε αύξηση της φλεγμονής/αντιδραστικής πρωτεΐνης C.

Λάθος να υποτιμηθεί η επίπτωση της COVID-19 στο ήπαρ

Κατά την εξέταση των κλινικών επιπτώσεων αυτών των δεδομένων, πρέπει να δοθεί μεγάλη προσοχή στους ασθενείς με CODI-19, οι οποίοι παρουσιάζουν συμπτώματα γαστρεντερικού (όχι μόνο αναπνευστικού) συστήματος. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να υποβάλλονται σε εξετάσεις και να απομονώνονται όπως και κατά τη διαδικασία για τις αναπνευστικές και γαστρεντερικές λοιμώξεις. Η απομόνωση μπορεί να χρειαστεί να παραταθεί πέραν του σημείου που τα δείγματα από την αναπνευστική οδό είναι αρνητικά, ειδικά στις περιπτώσεις με γαστρεντερικά συμπτώματα.

Στις προσπάθεια να επιτύχουμε κοινωνική απομόνωση, τα άτομα με υποκείμενη ηπατική νόσο, ή αυξημένο κίνδυνο για ηπατική νόσο θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όμοια με άλλες ομάδες υψηλού κινδύνου.