Διανύουμε μια κρίσιμη περίοδο σε παγκόσμιο επίπεδο που θα πλήξει σίγουρα την οικονομία του κόσμου και κατ’επέκατασιν της Ελλάδας. Σε μια χρονική στιγμή για τους Έλληνες που είχαν αρχίσει δειλά να ανακάμπτουν και η αγορά να κινείται και πάλι, έρχεται ένα απρόβλεπτο γεγονός να μας πάει πάλι πίσω.

Δυστυχώς είμαστε στην αρχή και δεν γνωρίζουμε το χρόνο που θα χρειαστεί για να επανέλθουμε στην καθημερινότητά μας, αλλά και με βάση το χρόνο, το μέγεθος των συνεπειών.

Προς το παρόν, λοιπόν, η Κυβέρνηση ανήγγειλε ότι θα αναλάβει για τους υπαλλήλους δημόσιους και ιδιωτικού τομέα, αποπληρωμή μέρους των αποδοχών τους, και σίγουρα θα γίνει αναστολή των φορολογικών και ασφαλιστικών εισφορών για όσο χρειαστεί.

Τι γίνεται όμως με τις τράπεζες; Οι οικονομικές μας υποχρεώσεις δεν είναι μόνο προς το κράτος, αλλά και προς ιδιώτες όπως τα πιστωτικά ιδρύματα.

Μέχρι στιγμής οι τράπεζες αρνούνται να συμμορφωθούν και να συμβαδίσουν με τα μέτρα της κυβέρνησης. Δεν αναστέλλουν καθολικά την πληρωμή των δόσεων των δανείων. Αναφέρουν ότι θα αναστείλουν την πληρωμή της δόσης για διάστημα 3 μηνών. Μετα δε την λήξη της περιόδου αναστολής, το κεφάλαιο θα προστεθεί στο υπόλοιπο άληκτο ποσό του δανείου και θα αποπληρωθεί με παράταση του χρόνου αποπληρωμής όλου του δανείου, τοκιζόμενο κανονικά.
Αυτά λένε οι τράπεζες τώρα για τους ιδιώτες και τα νοικοκυριά. Απαιτείται δε να υποβάλει ο δανειολήπτης αίτηση για την αναστολή της δόσης του. Βέβαια στην πορεία και αναλόγως του πως θα εξελιχθούν τα πράγματα, αυτά μπορεί να αλλάξουν και να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα.
Εδώ θέλω να σταθώ σε δύο σημεία, αν αυτά που λένε τώρα, είναι αυτά που τελικά θα ισχύσουν και για όσο ισχύσουν.
Πρώτον : Θέλω να επιστήσω την προσοχή στους δανειολήπτες που έχουν δικαστική απόφαση του νόμου Κατσέλη και την εξυπηρετούν. Πρέπει να καταλάβουν ότι ανεξαρτήτως της δόσης που καλούνται να πληρώνουν, είναι πολύ τυχεροί γιατί είναι οι μόνοι πλέον που έχουν προστασία πρώτης κατοικίας. Προνόμιο που για όλους τους υπόλοιπους δανειολήπτες-οφειλέτες έχει καταργηθεί.

Αυτή λοιπόν οι ομάδα οφειλετών που εξυπηρετεί τα δάνεια της μέσω προσωρινής ή οριστικής δικαστικής απόφασης, κατά την γνώμη μου πρέπει να συνεχίσει να τα εξυπηρετεί. Μην εφησυχάζετε, γιατι υπάρχει κίνδυνος να βρεθείτε εκτός της προστασίας του νόμου, καθ’ότι προβλέπεται ότι όποιος καθυστερεί την πληρωμή τριών συνεχόμενων δόσεων ή δυστροπεί, χάνει το ευεργέτημα του νόμου.

Φυσικά υπάρχει το θέμα της ανωτέρας βίας, που μπορεί κάποιος να επικαλεστεί. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και εύκολα. Και αυτό ισχύει για όλους και είναι το δεύτερο θέμα που θέλω να θίξω.

Στις βασικές διατάξεις του αστικού δικαίου υπάρχει ένα άρθρο που αναφέρει ότι δεν είναι κάποιος υπερήμερος αν για λόγους ανωτέρας βίας δεν μπορεί να εκπληρώσει την υποχρέωσή του. Και εδώ, έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, μάλλον θα έχουμε συνθήκες ανωτέρας βίας. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι αν η τράπεζα π.χ. αξιώσει την δόση του δάνειου, πάμε και της λέμε ότι «ξέρεις με καλυπτει η ανωτέρα βία….» γιατί αυτό είναι αφελές.

Την ανωτέρα βία ως λόγο, την επικαλούμαστε πάντα μέσω αγωγής ή ως μέσο άμυνας σε αγωγή που μας έχουν κάνει. Σε κάθε περίπτωση, η ανωτέρα βία και ό,τι αυτή συνεπάγεται, αναγνωρίζεται ΜΟΝΟ ΜΕΣΩ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ Ή ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ. Αν δεν υπάρχει νομοθετική διάταξη, όπως στην περίπτωση που αναλύουμε τώρα, τότε η ανωτέρα βία μπορεί να διαγνωσθεί μόνο με δικαστική απόφαση. Πρακτικά αυτό σημαίνει έξοδα και αρκετό χρόνο για να υπάρξει η δικαστική απόφαση. Κάποιοι μπορεί να μην είναι σε θέση οικονομικά να ανοίξουν δικαστικούς αγώνες. Κάποιοι μπορεί να μην γνωρίζουν ότι θα πρέπει να προσφύγουν στα δικαστήρια και έτσι να χάσουν το δικαίωμα τους. Μην ξεχνάμε δε, ότι σε περίπτωση δικαστηρίου εξετάζονται όλες οι συνθήκες που οδηγούν στην ανωτέρα βία. Σε κάποιες δε περιπτώσεις, υπάρχει η πιθανότητα το δικαστήριο να κρίνει ότι δεν συνέτρεχαν οι συνθήκες αυτές (δύσκολο άλλα όχι αδύνατο).
Για αυτό όσο ακόμα μπορούμε, όσο αντέχουμε, είμαστε συνεπείς και αν δεν μπορούμε να ανταπεξέλθουμε, ενημερώνουμε τον δικηγόρο μας ώστε να μας συμβουλεύσει και να μας καθοδηγήσει για το πως πρέπει να κινηθούμε για να διασφαλίσουμε τα δικαιώματά μας στο παρόν και στο μέλλον.