Στιγμή που αποτέλεσε το απόγειο της διπλωματικής παρουσίας της Ελλάδας, σε μια πολλαπλώς τραυματισμένη Γηραιά Ήπειρο, από τον τετραετή «Μεγάλο Πόλεμο». Ταυτόχρονα, η 28η Ιουλίου του 1920,  υπήρξε μια προσωπική δικαίωση του Βενιζέλου αλλά και το απόγειο του προσωπικού του κύρους στην διεθνή πολιτική σκηνή. Και   όποια κι αν είναι η προσέγγιση, μετά την υπογραφή της συνθήκης, ο Κρητικός ηγέτης, μπορούσε πια να επαίρεται, πως στο μέτρο του δυνατού, η περιβόητη «Μεγάλη Ιδέα» ήταν πια πραγματικότητα. Ίμβρος, Τένεδος, Ανατολική Θράκη περνούσαν πια στην ελληνική επικράτεια, ενώ κατόπιν επιμονής και του πρωθυπουργού της Αγγλίας, Λόιντ Τζώρτζ, η περιοχή της Μ. Ασίας, θα επιτηρούταν από τον ελληνικό στρατό για μια πενταετία, μέχρι η περιοχή να αποφασίσει με δημοψήφισμα για την τύχη της. Αυτά ενώ η όπως πάντα παρελκυστική αγγλική διπλωματία, πρόκρινε την παραχώρηση της Κωνσταντινούπολης στην Ελλάδα και όχι της Σμύρνης(!).

Κι όμως. Η συμφωνία που έκανε πράξη την «Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», δεν έμελλε να εγκαθιδρύσει την ενότητα και την ομοψυχία ανάμεσα στους Έλληνες. Η απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου από δύο απότακτους βασιλικούς αξιωματικούς, καθιστούσε σαφές πως η περίοδος της «Βενιζελικής τυραννίας»(1917-1920) δεν είχε σβήσει από το νου και την ψυχή της συντηρητικής-Κωνσταντινικής παράταξης. Αλλά και η δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη-ως αντίποινα- από φανατικούς Βενιζελικούς (Γυπαραίοι) δεν άφηνε σε κανέναν την αμφιβολία, πως η παράταξη των Φιλελευθέρων θα ήταν διατεθειμένη να ανεχθεί τις αγριότητες των Κωνσταντινικών της περιόδου 1915-1917.

Σε επίπεδο στρατηγικής, η εν λόγω συμφωνία, παρότι άφηνε «εκτός νυμφώνος» την Βόρεια Ήπειρο και την Κύπρο(την οποία οι Άγγλοι είχαν προσφέρει στην Ελλάδα το 1915) συμβόλιζε την βιασύνη του Βενιζέλου, να δημιουργήσει τετελεσμένες καταστάσεις στο Μικρασιατικό μέτωπο. Την στιγμή που μάλιστα το εθνικιστικό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ γινόταν όλο και πιο δυνατό στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Δεν μπορούσε όμως να κάνει πίσω. Ο αντίπαλος ήταν εξουθενωμένος και ηττημένος και η Ελλάδα σε πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα, με την αδιάκοπη σύμπλευση των Βρετανών, τα συμφέροντα των οποίων, συνέπλευσαν αδίστακτα με τα Ελληνικά σχεδόν όλη την δεκαετία 1910-1920. Η «δεύτερη Ελλάδα» όπως έλεγε ο Βενιζέλος, δεν μπορούσε να περιμένει.

Στο πλαίσιο της εφαρμογής της συμφωνίας όμως, ο Βενιζέλος υποτίμησε δύο πολύ βασικούς παράγοντες. Τον κεμαλικό εθνικισμό από την μια,  καθώς ο ίδιος δεν μπορούσε να αντιληφθεί τις οξύτατες αντιδράσεις που προκαλούσε η ελληνική στρατιωτική παρουσία στις μη ελληνικές εθνότητες στα μικρασιατικά παράλια. Και από την άλλη, την ελληνική κόπωση ενός λαϊκού αισθήματος, που βρισκόταν σε πολεμική εγρήγορση ήδη για μια οκταετία. Και μιας χώρας που δεν ήταν σε καμία θέση να αντέξει μια νέα εδαφική διεύρυνση, σχεδόν αμέσως μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. Ο Βενιζέλος όπως και σε άλλες περιπτώσεις, σκέφτηκε, σχεδίασε και έπραξε αφελώς.

Η συνθήκη των Σεβρών, δεν θα μπορούσε να έχει ισχύσει. Και ήταν αναμενόμενο να «αντικατασταθεί» από εκείνη της Λωζάννης, τρία χρόνια αργότερα. Οι κομβικές εκλογές της 1ης Νοεμβρίου, της ίδιας χρονιάς έδειχναν πως οι πολιτικές επιλογές του Βενιζελισμού είχαν ενταφιαστεί οριστικά. Γι αυτό και ο ίδιος ο Βενιζέλος φέρεται στην προσωπική του αλληλογραφία με την Πηνελόπη Δέλτα να δηλώνει πως « την παράτησε ο ελληνικός λαός την Μεγάλη Ιδέα». Και μάλλον είχε δίκιο. Μόλις δύο χρόνια μετά, ως βασικό απότοκο της Μικρασιατικής συμφοράς, κανείς δεν θα ξαναμιλήσει για αυτήν.