Ο Στέλιος Ρόκκος και η Λελέ Γκόφα είνια μόνιμοι κάτοικοι Λήμνου.

Ο γνωστός τραγουδιστής, λοιπόν, μίλησε για την καθημερινότητα στο νησί και ανέφερε τι του αρέσει να κάνει εκεί. Ακόμη, εξήγησε γιατί πλέον δεν θα ήθελε να δουλεύει 7 στα 7 -όπως παλιά- και μίλησε γα τη νύχτα του σήμερα, όπως αναφέρει το people.

Γιατί ένας άνθρωπος που δουλεύει νύχτα προτιμά να μιλά τη μέρα;

Γιατί η ζωή μου είναι στη Λήμνο και στο φως της μέρας. Παρακολουθώ τι γίνεται εδώ, στην Αθήνα και τη νύχτα της. Άλλωστε, με έναν τρόπο είμαι ακόμη μέρος της. Κι αυτό που διαπιστώνω είναι πως πλέον ο κόσμος δεν βγαίνει στα μαγαζιά. Βγαί­νει ένα συγκεκριμένο target group, που είναι τόσο λίγοι πια που αρχίζουμε να τους γνωρίζουμε προσωπικά. Όταν δεν υπάρχει ρευστό, θα κοιτάξεις πρώτα να φας, μετά να ντυθείς και μετά τα «μπλα μπλα». Εμείς ανήκουμε στα «μπλα μπλα»!

Έχεις ζήσει τις εποχές που τα μαγαζιά δούλευαν επτά μέρες την εβδομάδα...

Αυτό δεν θέλω ούτε να το θυμάμαι. Δύσκολο πολύ! Βέβαια, τότε ήμουν ακόμη νιάτο. Τώρα δεν θα μπορούσα να το κάνω με τίποτα.

Όπως έχεις ζήσει και τις αλόγιστες σπατάλες εκείνων των χρόνων.

Όλοι δεν τις κάναμε; Αγοράζαμε διάφορα άχρηστα για να δείξουμε πιο φανταχτεροί. Κι εγώ κάποια στιγμή πήρα το αυτοκίνητο που μπορεί να μην ήταν τόσο καλό αλλά σίγουρα ήταν μουράτο. Ανέκαθεν ο Έλληνας ήταν της επίδειξης και της φασαρίας. Με τα χρόνια έφυγαν αυτά. Στη δική μου ζωή θέλω πλέον την ουσία. Αν δεν με πάει κάπου η βόλτα, δεν με ενδιαφέρει.

Aυτό θα έλεγες πως είναι σημάδι ωρίμανσης; Πότε αλήθεια ωριμάζουν οι άντρες;

Σίγουρα μετά τις γυναίκες. Υπάρχουν βέβαια άντρες που έχουν καταλαγιάσει από τα 30 τους. Εγώ στα 30 δεν άνοιγα καν την πόρτα. Περ­νούσα μέσα από την πόρτα!

Πράγματι, είσαι από τους συνεντευξιαζόμενους που δεν τους ρωτάς τι τρέλες έχουν κάνει στη ζωή τους αλλά αν έχουν κάνει κάτι που να θεωρείται νορμάλ.

Ζούσα στα κόκκινα! Ακόμα ζω στα κόκκινα, βα­σικά! Απλώς φροντίζω πλέον να υπάρχουν λίγα κα ι καλά πράγματα στην καθημερινότητά μου. Το ένα είναι η μουσική και το άλλο η ζωή στη Λήμνο, όπου έχω κάποιες μεγάλες μου αγάπες εκεί. Από τους παιδικούς μου φίλους και την ομορφιά του νησιού μέχρι το ότι μυρίζω ακόμη τη μάνα μου που ζει στο διπλανό χωριό. Έχω και το φουσκωτό, που, όταν μου τη δώσει, το παίρνω και πάω για ψάρεμα. Αλλά και το εργαστήρι που φτιάχνω διάφορες ξύλινες κατασκευές. Με τη γυναίκα μου έχουμε περάσει πλέον σε ένα άλλο βιοτικό επί­πεδο. Τρώμε πιο υγιεινά, ζούμε πιο ήσυχα, όλα μου κάνουν ωραία εκεί. Πίστεψε με, αν συνέχιζα να μένω εδώ, θα ήμουν μαραζωμένος. Και τώρα θα τσακωνόμασταν, δεν θα τα λέγαμε.

Υπάρχει κάτι που να μη σου αρέσει εκεί;

Υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που με χα­λάνε εκεί. Δεν πρόκειται όμως ποτέ να μιλήσω για αυτά δημόσια, γιατί αγαπάω τόσο πολύ αυτό τον τόπο που δεν θέλω να ακουστεί από το στόμα μου τίποτα αρνητικό.