Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Τζον Στάινμπεκ γράφτηκε την πικρή, απογοητευμένη εποχή που ακολούθησε τη μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο αισιοδοξία: την εποχή του 1930-1940. Ο Αμερικανός αυτός, με το ιρλανδέζικο αίμα στις φλέβες, στάθηκε η χαρακτηριστική φωνή της μεσοπολεμικής Αμερικής. Πολυτεχνίτης και περιπλανητής κι ο ίδιος, γνώρισε από προσωπική βίωση το δράμα του απλού ανθρώπου. Του ανθρώπου που είναι τρομερά μόνος μέσα σε εκατομμύρια άλλους ανθρώπους, του ανθρώπου που η οργάνωση της ζωής τον έχει αποκόψει και ξεμοναχιάσει από τους άλλους. Στο «Άνθρωποι και ποντίκια» ο Στάινμπεκ πρόβαλε, πάνω απ’ όλα, τη δραματική εικόνα της ανθρώπινης μοναξιάς.

Όλοι οι ήρωες του έργου ζούνε μέσα σε αόρατα κλουβιά, μακριά από τους άλλους, μόνοι κάτω από έναν άδειο ουρανό, με κάποιες ελπίδες και κάποια όνειρα που, αργά ή γρήγορα, τ’ ανταλλάζουν με ένα ποτήρι ουίσκι ή με μια βραδιά σε ένα πορνείο. Ο Τζορτζ, ο νέος, έξυπνος εργάτης, είναι ο τύπος του σταϊνμπεκικού ήρωα. Γυρίζει από φάρμα σε φάρμα, γυρεύοντας δουλειά, κάνει μερικά μεροκάματα και φεύγει πάλι για το άγνωστο. Την απέραντη μοναξιά του την παρηγορεί η συντροφιά του με τον Λένι, ένα γιγάντιο άντρα με μυαλό μικρού παιδιού. Η μοναξιά του Λένι είναι η πνευματική αναπηρία του.


Κι οι δυο μαζί προσπαθούν να χτίσουν ένα όνειρο: ένα δικό τους κομμάτι γης όπου θα ζήσουν από κοινού. Για τον Τζορτζ το όνειρο αυτό είναι ένα ισχυρό κίνητρο για δράση. Για τον Λένι το ωραιότερο παιχνίδι του κόσμου, που θα το συντρίψει χάρη στην αδυναμία του να υποτάξει τη γιγάντια δύναμη του στην απλή, αγαθή καρδιά του. Γύρω τους σαλεύουν άλλοι άνθρωποι, που αγωνίζονται κι αυτοί να ξεφύγουν από τη μοναξιά τους: ο γέρο-Κάντυ από τη μοναξιά των γηρατειών και της αναπηρίας του, ο Κέρλυ από τη μοναξιά του συμπλέγματος κατωτερότητάς του, η γυναίκα του Κέρλυ από τη μοναξιά της ανικανοποίητης ματαιοδοξίας της.

Ο Στάινμπεκ αφηγείται με απλότητα και ζωντάνια τη μοίρα των δύο συμβολικών εργατών που γίνεται και μοίρα όλων των ταλαιπωρημένων της γης. Ίσως, ορισμένα σημεία του να είναι περισσότερο περιγραφικά παρά δραματικά. Ωστόσο, απ’ τους ανθρώπους κι απ’ την ιστορία τους αναδύεται η ανθρωπιά και η αλήθεια. Οι μορφές είναι ζωντανές και η αγωνία τους, γίνεται και αγωνία του θεατή.

Η παράσταση του «Άνθρωποι και ποντίκια», στο Δημοτικό Θέατρο Απόλλων, διακρίθηκε για την ομοιογένεια του παιξίματος, το ρυθμό της, τη σωστή κατανομή εντάσεων και υφέσεων στο λόγο και στην κίνηση, το βάρος που δόθηκε στις σιωπές και στις παύσεις και τη γενική γνησιότητα της ατμόσφαιρας, σκεπάζοντας, έτσι, κάποια ελαττώματα που πρόβαλαν εδώ κι εκεί. 

Στο ρόλο του Λένι, ο Γιάννης Θανασούλιας έπλασε με ζωηρό και απλοϊκό τρόπο το γίγαντα με το νηπιακό μυαλό. Το σταθερά παιδικό του χαμόγελο φώτισε τη σκηνή. Ο Διονύσης Βούλτσος, στο ρόλο του Κάντυ, μετέδωσε με λιτότατα εκφραστικά μέσα όλη τη λεπτή και βαθιά συγκίνηση με την οποία είναι εμποτισμένος ο ρόλος του. Ο Πάνος Ιωσηφίδης ερμήνευσε με αδρότητα, χρώμα και καρδιά το Τζορτζ, το δραματικότερο ήρωα του έργου, γιατί αυτός καταλαβαίνει και «ορέγεται» πιο πολύ απ’ όλους τους άλλους. Ο ηθοποιός έδωσε με ακρίβεια όλους τους τόνους του ρόλου. Ο Δημήτρης Βαμβακάς ήταν πειστικός στο μικρό ρόλο του Σλιμ. Ο Πάνος Τρουμπουνέλης έπαιξε με νευρικότητα τον Κέρλυ. Η Γεωργία Αντωνοπούλου ήταν «σωστή» σε παίξιμο και πρόβαλλε τη θηλυκότητά της γυναίκας του Κέρλυ.

Συντελεστές:

Νέα γραφή για το θέατρο: Σταύρος Τσακίρης

Σκηνοθεσία: Μάνος Καρατζογιάννης

Β Σκηνοθέτης: Έφη Ρευματά

Σκηνικά Κοστούμια: Άση Δημητρολοπούλου

Σχεδιασμός ηχητικού περιβάλλοντος: Αντώνης Παπακωνσταντίνου

Σχεδιασμός Φωτισμών: Νίκος Σωτηρόπουλος

Βοηθός Σκηνογράφο: Φανή Παΐτάκη

Βίντεο παράστασης: Παναγιώτης Φαφούτης

Φωτογράφιση παράστασης: Νικόλαος Τσακανίκας

Παίζουν οι ηθοποιοί: Διονύσης Βούλτσος, Πάνος Ιωσηφίδης, Γιάννης Θανασούλιας,

Γεωργία Αντωνοπούλου, Πάνος Τρουμπουνέλης, Δημήτρης Βαμβακάς.

Παίζεται στο Δημοτικό Θέατρο Απόλλων