Εξωστρέφεια και τάση προς τις εξαγωγές δείχνουν οι βιομηχανίες της Δυτικής Ελλάδος και της Πελοποννήσου, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μιας έρευνας που πραγματοποιήθηκε από το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, αλλά και το Εργαστήριο Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας του ΕΜΠ. 

Τα δύο αυτά κέντρα κλήθηκαν να χαρτογραφήσουν το οικοσύστημα της βιομηχανίας στην περιφέρεια, ύστερα από σχετικό αίτημα του ΣΕΒ και με βάση τα στοιχεία που έδειξε η έρευνά τους, η Δυτική Ελλάδα και η Πελοπόννησος είναι στις περιφέρειες εκείνες με τις περισσότερες εξωστρεφείς βιομηχανικές επιχειρήσεις. 

Συγκεκριμένα στις παραπάνω περιφέρειες, το 46,6% των πωλήσεων κατευθύνεται σε άλλη χωρική ενότητα και το 29% στο εξωτερικό, ενώ οι αγορές γίνονται κατά 43% από άλλη χωρική ενότητα και μόλις 14% από το εξωτερικό.

Στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία που είναι μια παραδοσιακά εξαγωγική περιοχή οι βιομηχανικές πωλήσεις κατευθύνονται κατά 36,4% σε άλλη χωρική ενότητα και 32,3% στο εξωτερικό. Όμως βασίζεται σε πρώτες ύλες προερχόμενες κατά 36% εκτός Ελλάδας, με μόλις 25% από άλλες περιφέρειες και 39% από ιδίους πόρους.

Εξάλλου η Κρήτη διατηρεί διαχρονικά ελλειμματικό ισοζύγιο. Το 55,8% των πωλήσεων εντός της χωρικής ενότητας, αλλά το 46% των αγορών προέρχεται από άλλη περιφέρεια και το 17% από το εξωτερικό.

Συνολικά, παρά το μικρό γεωγραφικό μέγεθος της χώρας οι βιομηχανίες στην περιφέρεια, εστιάζουν πρωτίστως στην τοπική αγορά. Επίσης, το εμπορικό μείγμα τους είναι συχνά ελλειμματικό. Έτσι, κατά μέσο όρο το 40,8% των βιομηχανικών πωλήσεων κατευθύνεται προς την ίδια χωρική ενότητα, το 36,5% σε άλλη χωρική ενότητα και μόλις το 22,7% προς το εξωτερικό. Αντίστοιχα, οι αγορές από την ίδια χωρική ενότητα ανέρχονται στο 42%, από άλλη χωρική ενότητα στο 29% και τέλος από το εξωτερικό στο 29%.

Επίσης από την έρευνα προκύπτει ότι οι μισές βιομηχανικές επιχειρήσεις δεν δηλώνουν ικανοποιημένες με τη διασύνδεση οδικών δικτύων, το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας/φυσικού αερίου, το δίκτυο τηλεπικοινωνιών, καθώς και το δίκτυο ύδρευσης/αποχέτευσης. Μάλιστα, το ίδιο ποσοστό (51,9 %) των βιομηχανικών επιχειρήσεων εμφανίζουν τεχνολογική επιβράδυνση ή στασιμότητα.