Μου αρέσει η ραπ. Όχι γιατί είναι μία μόδα που έχει πλέον δημιουργήσει το δικό της ρεύμα στο κόσμο της μουσικής, έχοντας παρασύρει μαζί της νέους και μεγαλύτερους, ούτε γιατί εκφράζει ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής στο πλαίσιο του χιπ – χοπ και της κουλτούρας που κρύβει αυτό μέσα του.

Μου αρέσει γιατί η πραγματική φιλοσοφία αυτής της μουσικής δεν έχει να κάνει ούτε με μόδες, αλλά ούτε και με ρεύματα, όμως παρόλα αυτά εξακολουθεί να ταυτίζεται και να υπάρχει με τις τάσεις και τα φαινόμενα αυτής της εποχής που εκφράζει.

Ίσως για αυτό και αυτή με τη σειρά της μπορεί και έχει τη δυναμική να εκφράζει τους νέους που την ακούν. Προσωπικά η τραπ και όλα τα αποπαίδια της που έχουν βγει μέσα τη βάση της ραπ δεν μου λένε κάτι.

Είναι μουσικές που κατά την άποψή μου είναι αρκετά ξένες και μακρινές από το ελληνικό γίγνεσθαι, δεν έχουν σχέση με το ευρύτερο πλαίσιο του ελληνικού πολιτισμού και κατά συνέπεια δεν μπορούν να εκφράσουν την ελληνική πραγματικότητα, παρά μόνο συμβατικά, αν προσπαθήσουν δηλαδή να τη μετασχηματίσουν και να τη μεταμορφώσουν με έναν τέτοιο τρόπο για να μπορούν να ακούγονται.

Διαφορετικά δύσκολα θα είχαν αποτέλεσμα όχι μόνο από πλευράς ποιότητας, αλλά και εμπορικά. Αντίθετα η αυθεντική ραπ, η ραπ της γειτονιάς και της πλατείας, η ραπ του Εισβολέα, του Ταφ Λάθος, του Μάνι και αρκετών ακόμα κρύβει μέσα της σημαντικές πτυχές που προέρχονται από ένα ευρύτερο πεδίο του ελληνικού τραγουδιού.

Πτυχές που ξεκινούν από το δημοτικό τραγούδι, συνεχίζονται στο ρεμπέτικο και καταλήγουν στο ελληνικό ροκ της δεκαετίας του '80 και του '90 του Παύλου Σιδηρόπουλου και όλων των υπολοίπων καλλιτεχνών που χαρακτήρισαν με τη μουσική τους την εποχή τους, εκφράζοντας τις τότε γενιές.

Η πτυχή του δημοτικού τραγουδιού στη ραπ δεν έχει να κάνει τόσο με τη μουσική, όσο κυρίως με τη νοοτροπία. Ως γνωστόν, το κύριο στοιχείο που χαρακτηρίζει τα δημοτικά τραγούδια από όπου και αν προέρχονται είναι η ανωνυμία των δημιουργών τους ή ακόμα και των όσων τα τραγούδησαν για πρώτη φορά.

Σπάνια θα συναντήσει κανείς τραγούδια από το δημοτικό και παραδοσιακό ρεπερτόριο, στα οποία θα αναφέρεται με κάποιον τρόπο ο συνθέτης τους, ο στιχουργός τους ή τέλος πάντως το όνομα αυτού που τα εμπνεύστηκε.

Η ανωνυμία αυτή αναδεικνύει τη δύναμη της προφορικότητας του λόγου καθώς τα τραγούδια αυτά τραγουδιόνταν από στόμα σε στόμα, από πανηγύρι σε πανηγύρι, από χωριό σε χωριό. Μέρος της δύναμης αυτής έχει κληροδοτηθεί κατά μία έννοια στην ελληνική ραπ μουσική σκηνή, μόνο που η ανωνυμία στην περίπτωσή της γίνεται ψευδωνυμία από τους σύγχρονους μουσικούς και τους καλλιτέχνες του χώρου.

Η ραπ κρατάει έτσι τη δύναμή της, αλλά και τη δυναμική της, μέσα από την κυριαρχίας της προφορικότητας του λόγου, του λαϊκού δηλαδή στοιχείου, υποβαθμίζοντας έτσι σε μεγάλο βαθμό το έντεχνο στοιχείο που έχει πάντα μέσα του μία καλλιτεχνική δημιουργία που έχει φτιαχτεί από κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο.

Ταυτόχρονα έχοντας μέσα της, η ραπ, στιχουργικά τουλάχιστον, το άναρχο στοιχείο, το παραβατικό, το αλήτικο που παραπέμπει στη μεγάλη παράδοση του ρεμπέτικου τραγουδιού, έρχεται για να εκφράσει και να τραγουδήσει σύγχρονες καταστάσεις που συναντάμε γύρω μας και στην καθημερινότητά μας.

Φτάνει έτσι στο σημείο να ταυτιστεί με το ελληνικό ροκ των περασμένων δεκαετιών, ως μια μουσική που ξεκίνησε από το περιθώριο, τους δρόμους και τις συνοικίες μέχρι να φτάσει να ανέβει στο προσκήνιο και να τραγουδήσει με έναν εντελώς διαφορετικό μουσικό τρόπο τους καημούς, τους πόθους, τις επιθυμίες, τα όνειρα, τους εθισμούς έως και τους έρωτες της γενιάς της.

Η ελληνική ραπ, ίσως να αποτελεί λοιπόν το σύγχρονο ελληνικό ροκ, το ροκ του σήμερα ή ακόμα και το γνήσιο αυθεντικό λαϊκό τραγούδι του χθες. Αυτή δηλαδή, που θα μπορούσε να χαράξει το νέο δρόμο του ευρύτερου ελληνικού τραγουδιού για τις επόμενες γενιές, δίνοντάς του χαρακτήρα και προσωπικότητα.

Κάτι που πλέον έχει χάσει μέσα από τη μαζικότητα της πολιτιστικής βιομηχανίας που στο όνομα του κέρδους αλλοίωσε είδη και έφθειρε μουσικές. Από αυτή την άποψη, είναι ιστορική ευθύνη όσων πρεσβεύουν αυτή την τάση, την ελληνική ραπ, των Ελλήνων ραπάδων, να παραμείνουν αυθεντικοί.