Από τον Βασίλειον Τακτικόν μέλος του «ΙΝΜΕΚΟ» εστάλη προς  όλους τους Δήμους και διαφόρους άλλους παραλήπτες η παρακάτω ανακοίνωση, μέρος της οποίας παραθέτομεν και κάνομεν σύσταση όπως ληφθεί κάποια μέριμνα για την γεωργικήν και κτηνοτροφικήν παραγωγήν στην Ελλάδα η οποία συνεχώς φθίνει. Οι δυνατότηες αποδόσεως αυτών των τομέων είναι μεγάλες. σε βαθμόν που έπρεπε να είχαν εξωστρακισθεί τα εισαγώμενα. Αλλά δυστυχώς ένοχοι είμεθα και εμείς και οι παραγωγοί. Μας έπνιξε η ξενομανία και συνεχίζομεν να την υποθάλπτομεν. η αδιαφορία των Ελλήνων για παραγωγήν έχει φτάσει στο ζενίθ. Όλοι έπρεπε π.χ. σε μίαν γλάστραν  να είχαμεν φυτέψει μιαν ρίζαν σέλινον  και σε πρώτηγ ανάγκη να κόβαμεν ένα φύλλον από αυτήν.  Αντ’ αυτού τρέχομεν στον οπωροπώλην και αγοράζομεν  «ένα ματσάκι». Ανάλογα και για τα λοιπά που θα μπορούσαμεν να εξοικονομήσομεν ως ιδιώτες,  πέραν του ότι οι γεωργοί έπρεπε να μας τροφοδοτούν επαρκώς. Παραθέτομεμν απόσπασμα από την επιστολήν στους Δήμους.

«ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟΥΣ ΔΗΜΟΥΣ

Πρόσφατα, το Ινστιτούτο Μελετών Κοινωνικής Οικονομίας «ΙΝΜΕΚΟ» έστειλε επιστολή προς όλους τους Δήμους για ένα ολοκληρωμένο σχέδιο Ανάπτυξης της Κοινωνικής οικονομίας σε τοπικό επίπεδο. Έχοντας ως δεδομένη την ανταπόκριση για σχετική εισήγηση σε παραπάνω από δέκα Δήμους και ειδικότερα για επιμορφωτικό το πρόγραμμα «Μέντορες» Κοινωνικής Οικονομίας ετέθη το ζήτημα από τους Δήμους ότι, σε τοπικό επίπεδο υπάρχει απροθυμία για κοινωνικούς συνεταιρισμούς και εργασιακούς συνεταιρισμούς.

Οι Άνεργοι προτιμούν την κάρτα ανεργίας με τα επιδόματα και τα «οκτάμηνα» στους Δήμους, παρά να εμπλακούν σε διαδικασίες που χρειάζεται να εργαστούν πραγματικά και να πάρουν ευθύνες. Δυστυχώς μας είπαν τα προγράμματα του υπουργείου εργασίας χρηματοδοτούν την ανεργία και τις αργομισθίες ακόμη και από το ΕΣΠΑ και όχι την παραγωγική εργασία.

Φυσικά και εμείς γνωρίζουμε αυτή την τάση και στο παρελθόν έχουμε ασκήσει κριτική στις αργομισθίες με το ένδυμα της κοινωφελούς εργασίας, αλλά είναι καιρός να δούμε πιο σφαιρικά την εργασία και τις κοινωνικές επιχειρήσεις στις οποίες απαραίτητος όρος είναι να εμπλέκονται και οι κοινωνικές συλλογικότητες.

Πράγματι, μέσος πολίτης  θα ήθελε πάντα να είναι μισθωτός. Κατά προτίμηση μόνιμος στο δημόσιο. Κατά δεύτερο σε μια μεγάλη ιδιωτική εταιρία που του παρέχει εξίσου ασφάλεια.

Θέλει τη σιγουριά και τη ξεγνοιασιά που παρέχει η μισθωτή εργασία έναντι στο άγχος που έχει η αυτοαπασχόληση. Έτσι ακόμη κι αν  ένας επαγγελματίας βγάζει περισσότερα από ένα μισθωτό, τα παιδιά του  με περισσότερες σπουδές μάλιστα προτιμούν την μισθωτή εργασία.

Οι μικρές εμπορικές επιχειρήσεις κι αυτές λιγοστεύουν. Οι κτηνοτρόφοι και οι καλλιεργητές σε μεγάλο βαθμό εγκαταλείπουν κι αυτοί τις πατροπαράδοτες εργασίες για ένα μισθό με συνέπεια να μεγαλώνει το χάσμα μεταξύ παραγωγής και υπηρεσιών. Ταυτόχρονα περιορίζονται χρήσιμα επαγγέλματα στη τοπική παραγωγή. Οι νέες τεχνολογίες ρομποτική πληροφορική και διαδίκτυο με την αυτοματοποίηση εξαφανίζουν μέσα σε δυο δεκαετίες μεγάλα κομμάτια της μισθωτής εργασίας.

Έτσι φθάσαμε σε μια οικονομία απόλυτα εξαρτημένη στην εργασία από την βιομηχανία και τις υπηρεσίες και εδώ αρχίζει μια νέα ιστορική φάση με εσωτερικές αντινομίες στο σύστημα.

Βασίλης Τακτικός»