Είναι ένα θαύμα της φύσης, ένα μοναδικό γεωλογικό φαινόμενο, με 13 αλλεπάλληλες κλιμακωτές λίμνες που το καθιστούν ξεχωριστό σε όλο τον κόσμο, κάτι που φέρνει δεκάδες επισκέπτες και τουρίστες, τους θερινούς και όχι μόνο μήνες, που θέλουν να το δουν από κοντά και να το θαυμάσουν. 

Ο λόγος για το Σπήλαιο των Λιμνών, το σπήλαιο που έχει κάνει διάσημο το χωριό Καστριά Καλαβρύτων. Όσοι έχουν επισκεφτεί το σπήλαιο των Λιμνών  γίνονται μάρτυρες ενός μοναδικού θεάματος και εκπληκτικού δημιουργήματος της της φύσης 

Άλλωστε, το δέος που αισθάνεται ο επισκέπτης είναι απέραντο και η επίσκεψη στο σπήλαιο είναι μοναδική εμπειρία, που αξίζει κανείς να ζήσει. Το «Σπήλαιο των Λιμνών», βρίσκεται σε υψόμετρο 827 μέτρων και αποτελεί ένα μοναδικό γεωλογικό φαινόμενο.

Διάδρομοι που παραπέμπουν σε λαβυρίνθους, στοές απόκοσμες, επιβλητικοί σταλακτίτες δημιουργούν μία μοναδική ατμόσφαιρα.Το αξιοποιημένο μήκος του σπηλαίου ανέρχεται στα 500 μ., ενώ το συνολικό μήκος του είναι 1.980 μ.



ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΩΝ ΛΙΜΝΩΝ - ΚΑΣΤΡΙΑ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ

Η εξερεύνηση του σπηλαίου έγινε το 1964, ενώ η αξιοποίησή του άρχισε το 1981.

Η ανασκαφική έρευνα πραγματοποιήθηκε σε τρία διαστήματα και παρά το ότι ερευνήθηκε ενδεικτικά ένα μικρό μόνο μέρος, όπως γίνεται συνήθως στις ανασκαφές των σπηλαίων, οι τομές που έγιναν σε διάφορα επίπεδα στο εσωτερικό, στην είσοδο και τα πλάγια, έδωσαν επαρκή στοιχεία για όλες τις φάσεις της κατοίκησης  του.

Τα ευρήματα που ήρθαν στο φως χρονολογήθηκαν στη Νεότερη Νεολιθική, την Πρώιμη, τη Μέση και την Ύστερη Χαλκοκρατία. Ειδικότερες μελέτες οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ο χώρος εσω­τερικά και εξωτερικά χρησιμοποιήθηκε περισσότερο στη περίοδο που ονομάζεται Νεότερη Νεολιθική Ιβ-ΙΙ και τοποθετείται από τα μέσα ως το τέλος της 5ης χιλιετίας π.Χ., με κύρια φάση γύρω στα 4.300 και διαρκή χρήση για 300-400 χρόνια περίπου. 

Αλλά και αργότερα, έως την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (γύρω στα 1100 π.Χ.) υπάρχει πολλαπλή χρήση του χώρου, κυρίως κοντά στην φυσική είσοδο και την πρώτη αίθουσα του σπηλαίου, που ήταν πάντα εύκολη σε πρόσβαση και όπου υπάρχει περισσότερο φως και υψη­λότερη θερμοκρασία.


Το νερό στο σπήλαιο προέρχεται από έντονη σταγονορροή σε περίοδο μεγάλων βροχοπτώσεων, αλλά και κατά ένα μέρος από την καταβόθρα του Απανώκαμπου, η οποία βρίσκεται ψηλότερα και σε απόσταση 4 χιλιομέτρων.

Ωστόσο, κατά τις προϊστορικές περιόδους, είναι πολύ πιθανόν τα νερά της καταβόθρας, που τροφοδο­τούσαν το σπήλαιο, να άλλαζαν κατεύθυνση κατά εποχές, και έτσι εξηγούνται τα μεγάλα διαστήματα κατά τα οποία το σπήλαιο ήταν σχεδόν στεγνό.

Ο επισκέπτης μπαίνει σε αυτό από τεχνητή σήραγγα που καταλήγει κατευθείαν στον δεύτερο από τους τρεις συνολικά, ορόφους. Η διάβαση των λιμνών γίνεται από υπερυψωμένες τεχνητές γέφυρες.