Είναι ίσως το πιο εμβληματικό μαγαζί της Κανακάρη και δεν πρόκειται για έναν καινούργιο χώρο, μοντέρνο, με σύγχρονο design και μίνιμαλ ύφος από αυτούς που βλέπουμε στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις και τα σύγχρονα αστικά κέντρα. Ένα παραδοσιακό εργαστήρι είναι που έχει μέσα του όμως την μυρωδιά του μόχθου και της εργατιάς, αλλά και της τέχνης πάνω στο αντικείμενο που εξειδικεύεται.

Μιλάμε ασφαλώς για το τσαγκάρικο των αδελφών Ηλιόπουλου, ένας χώρος που σίγουρα έχετε παρατηρήσει και αν μη τι άλλο σας έχει κεντρίσει την προσοχή, κυρίως για αυτή την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα που βγάζει προς τα έξω, αναδεικνύοντας την αξία, αλλά και την σημασία, των παραδοσιακών επαγγελμάτων. 

Αν πάλι ο χώρος αυτός, δεν σας κάνει και τόσο για εμβληματικός, σίγουρα όμως - και σε αυτό κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει - είναι το πιο ιστορικό μαγαζί του κέντρου της Πάτρας, έχοντας ζωή από το 1882. Εμπεριέχει μέσα λοιπόν σε αυτή την ατμόσφαιρα που γράφαμε παραπάνω, σχεδόν όλη την νεότερη και σύγχρονη ιστορία της πόλης, έχοντας μεγαλώσει μαζί με γενιές Πατρινών. 


Κι όμως στην πράξη και επί της ουσίας μιλάμε για ένα τσαγκάρικο. 

Ένα τσαγκάρικο παραδοσιακό, κάτι που σημαίνει ότι έχει τα δικά του μυστικά στην τεχνική που εφαρμόζει και την οποία ακολουθεί πιστά. Μια τεχνική που οι σημερινοί ιδιοκτήτες τα αδέλφια Ηλιόπουλου που το λειτουργούν έμαθαν από τους πατεράδες τους που με την σειρά τους είχαν μάθει από τους παππούδες τους. 

Έτσι είναι αυτά. Η παραδοσιακή τεχνική περνάει από γενιά σε γενιά. Από τσαγκάρικα, βέβαια, τα τελευταία χρόνια ειδικότερα, τα χρόνια της κρίσης, η Πάτρα έχει γεμίσει, με πολλούς να συνειδητοποιούν ότι η έλλειψη ρευστού χρήματος και η χαμηλή καταναλωτική δύναμη αναγκάζει την πλειοψηφία των πολιτών να επιδιορθώνει τα ήδη υπάρχοντα είδη του, παρά να προχωρά σε καινούργιες αγορές. 

"Δεν είναι το ίδιο πράγμα αυτά τα νέα τσαγκάρικα που έχουν φυτρώσει στην Πάτρα" μας προλαβαίνει ο Ανδρέας Ηλιόπουλος ο ένας εκ των αδελφών. "Άλλη δουλειά κάνουν αυτά, άλλη δουλειά κάνουμε εμείς. Εμείς ακολουθούμε την παραδοσιακή τεχνική, έχουμε μηχανήματα που κάνουν ειδικά αυτή τη δουλειά και ότι φτιάχνουμε και αλλάζουμε το κάνουμε κυρίως με το χέρι. 

Το να φτιάχνεις ένα τακούνι ή να μπαλώνεις μία τρύπα στο παπούτσι, αυτό δεν σε κάνει αυτόματα τσαγκάρη. Κάθε επάγγελμα που έχει πίσω του μία παράδοση έχει την δική του τέχνη, την οποία αν δεν γνωρίζεις, είναι φυσιολογικό να μην μπορείς να ακολουθήσεις". 


Οι πελάτες του τσαγκάρικου τους είναι και αυτοί σαν την τεχνική που ακολουθεί το μαγαζί τους. 

Από γενιά σε γενιά, πιστοί των αδελφών, καθώς βλέπεις να μπαίνουν στο εργαστήρι από ηλικιωμένους και άτομα μεσαίας ηλικίας μέχρι και αγοράκια και κοριτσάκια 20 ετών που ίσως να μην γνωρίζουν καν τι σημαίνει τσαγκάρης και αυτά για τα περί τεχνικής να τους μοιάζουν ψιλά γράμματα που ούτε θα δίνουν σημασία. 

Και όμως έρχονται και αφήνουν τα παπούτσια τους, τις γόβες τους, τις δερμάτινες τσάντες, τα μποτάκια τους και άλλα πολλά. Το εργαστήρι κινείται με τους ρυθμούς και τον ήχο της παραδοσιακής μηχανής, μυρίζει λούστρο και βερνίκι, ενώ οι επιδιορθώσεις που ζητούνται από τους πελάτες ποικίλουν. Στο εσωτερικό του υπάρχουν παντού παπούτσια και μηχανές παλιάς τεχνολογίας ως ντεκόρ και όλα μαζί συνθέτουν ένα σύνολο που καταλήγει στα μάτια του επισκέπτη εκεί που ξεκινά όταν μπαίνει σε αυτό. 

Στον δρόμο της παράδοσης αυτής της τέχνης του τσαγκάρη. Περνώντας από εκεί θα δει κανείς έξω από το μαγαζί και ένα τραπεζάκι. Είναι για την παρέα των τεχνιτών, αφού τόσα χρόνια που βρίσκονται εκεί, είναι αγαπητοί σε πολλούς Πατρινούς και τους γνωρίζει κόσμος και ντουνιάς. Κάθονται λοιπόν και λένε τα δικά του μαζί με τους φίλους τους και τους γνωστούς τους, πίνοντας ενίοτε το ουζάκι ή το καφεδάκι τους. 


Υπάρχει όμως συνέχεια σε όλο αυτό; "Δύσκολα... Από την οικογένεια μας δεν το βλέπω.

Σε λίγο διάστημα από τώρα θα κοιτάξουμε να βάλουμε στο μαγαζί έναν ανιψιό μας που μας έχει πει ότι ενδιαφέρεται και θα προσπαθήσουμε να του μάθουμε την τέχνη για να την συνεχίσει και αν θέλει να κρατήσει τον χώρο αυτόν ζωντανό" μας λέει ο κυρ - Ανδρέας. "Μην τον ακούς" φωνάζει από μέσα στο εργαστήρι ο Λάμπρος, έχοντας ένα κατσαβίδι στο χέρι και ένα παπούτσι.

"Υπάρχει συνέχεια... Το τσαγκάρικο θα μείνει" προσθέτει.