Ήρθε η μέρα που αλλάζει η ώρα. Περισσότερη νύχτα. Νύχτα που δεν μπορεί να κρύψει τα «σκοτάδια» που έχουν αρχίσει να περισσεύουν.

Ένα παιδάκι πνίγηκε όταν αναποδογύρισε η βάρκα που το έφερνε από την άλλη μεριά. Η βάρκα δεν είχε φώτα -ήθελαν να κρυφτούν στο σκοτάδι.
Κακοποιούσε ένα παιδάκι επί χρόνια, ήξεραν λέει αλλά δεν μιλούσαν. Εκεί είχε φώτα αλλά προτίμησαν το «σκοτάδι».

Η πέτρα έσπασε το τζάμι ενός λεωφορείου. Από την τρύπα ξεχυθήκαν μέσα στο όχημα τα πιο βαθιά «σκοτάδια» των επί 2000 χρόνια «αμόλυντων».
Όσοι βρίσκονταν μέσα στο λεωφορείο δεν είχαν φοβηθεί. Έχουν γευτεί γερά αποθέματα σκοταδιού εκεί απ’ όπου ήρθαν.
Η μανά αγκάλιασε το παιδί και έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό αναζητώντας μέσα στα σκοτάδια λίγη ελπίδα.

Η κυρία κατηφόριζε με το καροτσάκι της τον δρόμο. Μπροστά στον κάδο κοντοστάθηκε, έριξε δυο κλεφτές ματιές δεξιά και αριστερά. Άνοιξε τον κάδο λίγο και έχωσε μέσα το κεφάλι και το χέρι της. Δεν βρήκε τίποτα. Κοίταξε πάλι δεξιά και αριστερά, σκούπισε το χέρι στα ρούχα της και έφυγε.
Η «περισσότερη νύχτα» θα είναι ο σύμμαχός της, μες στη νύχτα μπορεί να κρύψει πιο ευκολά το «σκοτάδι» που ζει.

Ο πατέρας χαμογελούσε παγερά. Ευχαρίστησε αυτούς που τον στήριξαν και του σύνδεσαν το ρεύμα. Δεν μπόρεσαν να συνηθίσουν το «περισσότερο σκοτάδι». Έδειχνε χαρούμενος, ήταν και τα παιδιά μπροστά. Όμως δεν σταμάτησε να παλεύει με τα «σκοτάδια» που έρχονται και τώρα που είναι χωρίς δουλειά.

Οι βολές πυροβολικού έκαναν τη νύχτα μέρα. Μια απόδειξη ότι υπάρχει και σκοτάδι που κρύβεται μέσα στο φως. Η ώρα αλλάζει τέλη Οκτωβρίου, εκεί μαζί με την εθνική εορτή. Μην ξεχάσουμε να γυρίσουμε τα ρολόγια μας 10, 20, 40, 70. χρόνια πίσω. Όχι για να θυμηθούμε την ιστορία, αλλά για να ξαναζήσουμε πάλι την ιστορία που μας κρύβουν.
(………………………………………………………………………………………………………………………………)

Όταν ήμουν παιδί μαζί με την παρέα μου χαιρόμασταν όταν άλλαζε η ώρα. Είχαμε κατακτήσει να μένουμε έξω μέχρι τις 9 μ.μ. Η νύχτα ήταν ο σύμμαχός μας.

Κρύβαμε τις σκανδαλιές, ανάβαμε φωτιές, κοιτούσαμε τον ουρανό και βλέπαμε άστρα, διαστημόπλοια, εξωγήινους. Καθόμασταν στα πεζοδρόμια της οδού Παναχαϊκού. Τα πεζοδρομία είχαν και ακόμα έχουν δέντρα. Δίπλα στα δέντρα είχαν φυτρώσει νυχτολούλουδα.

Εκεί λίγο πριν αρχίσουν οι μανάδες μας να μας φωνάζουν να πάμε σπίτι, τα νυχτολούλουδα άνοιγαν. Χρωμάτιζαν τη νύχτα. Ακόμα κι αν δεν τα έβλεπες τα καταλάβαινες από το άρωμα που ευωδίαζε τη νύχτα.

Το πρωί όταν αγουροξυπνημένος έφευγα για το σχολείο, έριχνα μια κλεφτή ματιά. Είχαν κλείσει , είχαν κρυφτεί; Πόσο μαγικό μου φάνταζε αυτό. Ένα λουλούδι μπορεί και καταλαβαίνει το φως και το σκοτάδι και επιλέγει το σκοτάδι για να ανοίξει.

Δεν μου έμοιαζε «κανονικό» αυτό. Στην εποχή που ζούμε όσα περισσότερα «νυχτολούλουδα» υπάρχουν τόσο θα αμφισβητείται η «κανονικότητα» των σκοταδιών.

Η νύχτα και η μέρα είναι κομμάτι της ζωής μας, τα «σκοτάδια» μας τα επιβάλλουν. Το μόνο εύκολο για έναν άνθρωπο είναι να ζει στα σκοτάδια. Αρκεί μόνο να κλείσει τα μάτια του χωρίς να ονειρεύεται, χωρίς να ελπίζει, χωρίς να αγωνίζεται.

Οι άνθρωποι όμως δεν πρέπει να ζουν χωρίς όνειρα, χωρίς ελπίδα, χωρίς αγωνιστικότητα. Θα ήταν νυχτολούλουδα που δεν μπορούν να ανθίσουν τη νύχτα και αυτό δεν είναι «κανονικό»!