Ο Κωνσταντίνος Καζάκος εξέφρασε την άποψή του με ειλικρίνεια.

Επέλεξε να κάνει δυναμικό τηλεοπτικό come back τη φετινή σεζόν, μέσω της υπερπαραγωγής του Οpen «Το Κόκκινο Ποτάμι». Ο ταλαντούχος ηθοποιός μιλά για το σίριαλ που βασίζεται στο μυθιστόρημα του Χάρη Τσιρκινίδη και αποκαλύπτει γιατί απείχε από την μικρή οθόνη.

Μίλησε μας για τη συμμετοχή σου στο νέο σίριαλ του Open «Το Κόκκινο Ποτάμι», στο οποίο πρωταγωνιστείς. Κατά τη γνώμη σου, τι είναι αυτό που το κάνει μια τηλεοπτική παραγωγή ενδιαφέρουσα για τους τηλεθεατές;

«Το σίριαλ αυτό βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Χάρη Τσιρκινίδη και πρόκειται για αληθινή ιστορία. Στην ουσία είναι η ιστορία δύο οικογενειών που τα παιδία τους ερωτεύονται και παντρεύονται. Αυτοί είναι και οι κύριοι πρωταγωνιστές της σειράς. Εγώ υποδύομαι τον Μιχάλη Νικολαΐδη, έναν πετυχημένο γιατρό, πλούσιο, με κύρος, που ήταν γιατρός του σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη. Ο ίδιος ήταν ακόμα ένας άνθρωπος με φίλους σε υψηλά πόστα και βλέπουμε σταδιακά την κατάρρευση του, όπως και την κατάρρευση των υπολοίπων. Οφείλω να παραδεχτώ ότι το σενάριο πολλές φορές με έχει συγκινήσει.

Η περίοδος από το 1900 μέχρι το 1922 και έπειτα ήταν τραγική για τον ελληνισμό και το κακό είναι ότι πολλοί συμπολίτες μας δεν γνωρίζουν καλά αυτό το κομμάτι της ιστορίας μας. Η γενοκτονία ήταν ένα τρομακτικό γεγονός τότε και δεν αφορούσε μόνο τους Πόντιους. Όλη η σειρά είναι εξαιρετικά προσεγμένη και νομίζω ότι ο σκηνοθέτης Μανούσος Μανουσάκης θα αφήσει τον κόσμο με το στόμα ανοιχτό. Έχει εξαιρετικούς ηθοποιούς, πάρα πολλούς κομπάρσους και πολύ δύσκολα γυρίσματα. Γιατί όταν έχεις να οργανώσεις 150 άτομα είναι κάτι το οποίο δεν γίνεται γρήγορα, απαιτεί χρόνο και κόπο. Αλλά νομίζω πως όλοι οι συνεργάτες ξεπερνάμε τους εαυτούς μας για να βγει το αποτέλεσμα που θέλουμε.

Προσωπικά, είναι από τις ελάχιστες φορές στην τηλεόραση που αισθάνομαι ότι κάνω κάτι που έχει σχέση με τέχνη και όχι με μαζική παραγωγή: είναι μια σειρά που έχει πολλή δράση, έρωτα, αγάπη, βία και πόνο και γενικά ασχολείται με τα μεγάλα ανθρώπινα συναισθήματα. Οι φιλίες και οι οικογενειακές σχέσεις δοκιμάζονται, έχει μηχανορραφίες, δείχνει όλο το πολιτικό σκηνικό της περιόδου, συστατικά που πιστεύω ότι θα κρατήσουν τους τηλεθεατές καθηλωμένους στη μικρή οθόνη.

Στα γυρίσματα της σειράς!

Η επιστροφή σου στους τηλεοπτικούς μας δέκτες γίνεται έπειτα από μερικά χρόνια. Τι σε έκανε να απέχεις και πώς θα σχολίαζες την τηλεόραση του σήμερα;

«Η τελευταία τηλεοπτική σειρά στην οποία συμμετείχα ήταν «Οι Συμμαθητές», όπου έπαιξα τους τελευταίους δύο μήνες περίπου. Έκτοτε δεν είχα κάποια πρόταση που να με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Η τηλεόραση σήμερα δεν διαφέρει πολύ από την τηλεόραση του χθες. Μπορείς να βρεις τα πάντα, από σκουπίδια μέχρι διαμάντια. Δυστυχώς τα σκουπίδια είναι πάντα περισσότερα. Εμείς ελπίζουμε πως με αυτή τη σειρά θα φτιάξουμε ένα διαμαντάκι. Μακάρι να το πετύχουμε».

Θεωρείς ότι υπάρχει ηλικιακό ταμπού στην τηλεόραση και αν ναι, έχεις βιώσει ποτέ κάτι τέτοιο;

«Νομίζω πως δεν υπάρχει ηλικιακό ταμπού. Εγώ παλιά ήμουν πιο ζεν στους ρόλους που υποδυόμουν, τώρα παίζω τον πατέρα και κάποια στιγμή θα παίξω και τον παππού ελπίζω. Δεν έχουμε τέτοια θέματα οι ηθοποιοί. Όσο μεγαλώνουμε, ωριμάζουμε και γινόμαστε και καλύτεροι. Πιστεύω πως η τηλεόραση πάντα θα έχει ανάγκη από όλες τις ηλικίες, οπότε δεν νομίζω ότι υπάρχουν τέτοια ταμπού».

Αν και τετριμμένη ερώτηση, τελικά η ιστορία της οικογένειας σου ανοίγει ή κλείνει πόρτες;

«Πιστεύω πως ούτε ανοίγει ούτε κλείνει. Στην αρχή μόνο μπορεί να σου ανοίξει πράγματι κάποιες πόρτες, αλλά για πολύ λίγο. Εάν δεν αξίζεις να προχωρήσεις, γυρνάει μπούμερανγκ όλο αυτό. Εγώ θεωρώ πως αυτό που συμβαίνει είναι ότι δημιουργούνται περισσότερες απαιτήσεις από εσένα και δεν συγχωρούνται λάθη τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν σε έναν άλλο νέο ηθοποιό».

Ποια υποκριτικά χαρακτηριστικά πιστεύεις πως έχεις κληρονομήσει από τους γονείς σου και αν θεωρείς ότι διαφέρεις, σε τι είναι αυτό;

«Νομίζω ότι τα υποκριτικά χαρακτηριστικά δεν κληρονομούνται. Μπορεί να κληρονομήσεις εκφράσεις επειδή ζεις στο ίδιο σπίτι με κάποιον, αλλά η υποκριτική είναι τελείως προσωπικό πράγμα. Ο κάθε ηθοποιός είναι διαφορετικός και το μόνο που κληρονομείται είναι η αγάπη για τη δουλειά», είπε στο instyle.