Η παράσταση του Θανάση Σαράντου στηρίζεται σε μια γερή βάση: Στο έργο ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές του 20ου αιώνα, του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ο ίδιος ο ποιητής δεν πρόφτασε να ζήσει παρά μόνο 36 χρόνια. Πέθανε τον Αύγουστο του 1936, στημένος μπροστά σ’ έναν τοίχο, απέναντι σ’ ένα εκτελεστικό απόσπασμα του φασισμού. Ο φασισμός δεν εξαφάνισε από την ζωή μόνο τον Λόρκα, αλλά και το έργο του για είκοσι τρία ολόκληρα χρόνια. Μόλις το 1960 παρουσιάζεται έργο του στη Μαδρίτη και αυτό είναι η «Γέρμα».

Στην Ελλάδα ο Λόρκα αγαπήθηκε πολύ και το θέατρό μας τον αισθάνθηκε δικό του. Ακριβώς αυτή την αίσθηση, του δικού μας ανθρώπου, της δικής μας γης, έπιασε η παράσταση του Θανάση Σαράντου. Η δική του «Γέρμα» είναι από τις συναρπαστικότερες παραστάσεις έργων του Λόρκα που παίχτηκαν ποτέ στην Ελλάδα.

Το μυστικό της επιτυχίας είναι ότι δεν προσπάθησε να κάνει ισπανικό φολκλόρ: Να νιώσει «ισπανικά» την παράστασή του, να την κάνει να ηχήσει με ισπανικούς ήχους. Βρήκε, από αίσθηση και γνώση, τα χρώματα της γης και τον ήχο του κάμπου, που τον δουλεύουν χέρια και ιδρώτας - είτε είναι ο κάμπος της Ανδαλουσίας, είτε ο ελληνικός. Έδειξε τον μόχθο και τον καημό. Ακριβώς αυτό, δηλαδή, που ήθελε να δείξει και ο Λόρκα. Τον πόνο της Γέρμα που δεν έκανε παιδιά, το σπίτι με τον άντρα της, τις γυναίκες του χωριού της που ακούνε και βλέπουν – και ξέρουν – τα πάντα.


Ο Λόρκα έγραψε μια σύγχρονη τραγωδία – και ήξερε πολύ καλά την αρχαιοελληνική τραγωδία – όπου η ηρωίδα ξεπερνά το ανθρώπινο μέτρο της υποταγής, δεν δέχεται τη «θεϊκή» εντολή να μείνει στείρα και φτάνει στην ύβρη: να σκοτώσει με τα ίδια της τα χέρια τον άντρα που δεν μπορεί να της προσφέρει παιδιά.

Ο σκηνοθέτης επικεντρώθηκε στο λόγο του συγγραφέα, μεταφέροντας την ανδαλουσιανή ιστορία του μεσοπολέμου σ’ ένα ακριτικό ορεινό χωριό της Ηπείρου, αναδεικνύοντας τόσο τα λυρικά στοιχεία του έργου, που αναδύονται έντονα από τα χορικά και τα τραγούδια όσο και την τραγικότητα της ηρωίδας. Στο αποτέλεσμα αυτό συνέβαλλε τα μέγιστα η πληρότητα της μετάφρασης της Τζένης Μαστοράκη, η οποία άρθρωσε λόγο καθ’ όλα ποιητικό τόσο στα χορικά μέρη όσο και στους διαλόγους.

Οι υποβλητικοί φωτισμοί του Αλέξανδρου Πολιτάκη δημιούργησαν μια ατμόσφαιρα που έκοβε την ανάσα, ειδικά στη σκηνή της μυστικιστικής τελετουργίας. Το λιτό σκηνικό της Φιλάνθης Μπουγάτσου, με ένα ξερό δέντρο στην μία άκρη και μια πηγή με νερό από την άλλη, συμβόλιζε έξυπνα την ψυχική και σωματική απόσταση ανάμεσα στο παντρεμένο ζευγάρι. Η πρωτότυπη μουσική του Κωνσταντίνου Ευαγγελίδη πάνω στο λόγο ενός απαιτητικού ποιητή ήταν από τα δυνατά σημεία της παράστασης. 

Η Πηνελόπη Μαρκοπούλου απέδωσε τη Γέρμα με απαράμιλλο εσωτερικό ρυθμό αλλά και αξιοθαύμαστο χειρισμό συναισθημάτων. Ξεκινώντας από το ρόλο της παθητικής και απόλυτα εξαρτημένης συζύγου, σταδιακά και όσο το πάθος για ένα παιδί φουντώνει μέσα της, εξελίσσεται σε ένα ορμητικό χείμαρρο που ξεχειλίζει στο τέλος. Ο Τάσος Σωτηράκης έδωσε μια εξωτερική ερμηνεία και ενίοτε κατέφευγε σε υπερβολές, ωστόσο ήταν πειστικός στο ρόλο του καταπιεστικού συζύγου. 


Ο Θανάσης Σαράντος έπλασε με μέτρο, εσωτερικότητα, απλότητα και αλήθεια έναν λαϊκότροπο, συμπαθητικό Βίκτωρα. Ο ηθοποιός έκρυβε αριστοτεχνικά το πάθος του ήρωα για τη Γέρμα, καθώς φαινόταν ήρεμος εξωτερικά, αλλά με υποκριτικές πινελιές μάς φανέρωνε εύγλωττα τον καταπιεσμένο έρωτά του. Η σκηνή του αποχωρισμού τους ήταν άκρως συγκινητική, με τον Βίκτωρα να ρωτά την Γέρμα: «Είπες κάτι;», προσπαθώντας απεγνωσμένα να παρατείνει την τελευταία τους κοινή στιγμή. Η Βασιλίνα Κατερίνη έδωσε με αλήθεια τα συναισθήματα μιας μητέρας. Η Βίλμα Τσακίρη, ως Ντολόρες, έκλεψε την παράσταση με την αστείρευτη ενέργειά της, την εκφραστική της ικανότητα και την σκηνική άνεση.

Το στοίχημα της παράστασης ενός τέτοιου έργου είναι να περάσει ο ποιητικός λόγος του Λόρκα και να αφορά και τους σημερινούς θεατές που ζουν σε μια τόσο αντιποιητική συνθήκη. Είναι εκπληκτικό πώς καταφέρνει ένα έργο που μιλά για την στειρότητα να γίνει ένα ζωντανό ποίημα για την φύση και τον έρωτα.

Η ταυτότητα της παράστασης:

ΓΕΡΜΑ

του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

Διάρκεια: 75 λεπτά

Συντελεστές:

Μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη

Σκηνοθεσία - διασκευή:  Θανάσης Σαράντος

Σκηνικά:  Φιλάνθη Μπουγάτσου

Κοστούμια: Μπιάνκα Νικολαρέιζη

Πρωτότυπη μουσική:  Κωνσταντίνος Ευαγγελίδης

Επιμέλεια κίνησης:  Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης

Σχεδιασμός φωτισμών:  Αλέξανδρος Πολιτάκης 

Βοηθός σκηνοθέτη:  Μηνάς Σπανάκης

Βοηθός σκηνογράφου:  Φώτης Κομεσσάριος

Φωτογραφίες: Ρίτα Τσέλα

 Παίζουν  οι:

 Πηνελόπη Μαρκοπούλου (Γέρμα)

 Τάσος Σωτηράκης (Γιάννης)

 Θανάσης Σαράντος (Βίκτωρας)

 Βασιλίνα Κατερίνη (Μαρία)

 και η Βίλμα Τσακίρη στον ρόλο της Ντολόρες

 Παίχτηκε στο Θέατρο Απόλλων – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας (Πλατεία Γεωργίου Α 17) 12 και 13 Οκτωβρίου 2019

 Παραγωγή: Α.Μ.Κ.Ε. «ηθικόν ακμαιότατον»