Ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολογία», του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, η Πατρινή κα. Χριστιάνα Μπογδανοπούλου – Βουτσινά παρουσίασε την Διπλωματική Εργασία της με θέμα: «Η ΕΠΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΜΠΟΓΔΑΝΟΠΟΥΛΟΥ». Τόσο ο Σύμβουλος Καθηγητής κ. Γεώργιος Νεκτάριος Λόης όσο και τα μέλη της Κριτικής Επιτροπής Καθηγητές κ. Χρήστος Τερέζης και κ. Αναστάσιος Μαράς συνεχάρησαν την υποψηφία για το υλικό που κατόρθωσε να συλλέξει, για την παρουσίαση, την σπουδαία σύνθεση, δομή και μεθοδολογία που ακολούθησε. Η εργασία, στο μεγαλύτερο μέρος της, στηρίχθηκε σε ανέκδοτο αρχειακό υλικό. Τονίστηκε δε η σπανιότητα των εγγράφων.

Το περιεχόμενο της εργασίας σκοπεύει στην ανάδειξη της νεότερης Εκκλησιαστικής Ιστορίας της πόλεως των Πατρών και εκκινεί από την άφιξη του Πρωτοκλήτου στην πόλη, συνεχίζει με την διδασκαλία του, το μαρτύριο και  τον θάνατο. Ακολουθούν οι περιπέτειες των ιερών λειψάνων, οι οποίες καταλαμβάνουν μία περίοδο 16 αιώνων και η πολύχρονη περιπέτεια της Τιμίας Κάρας έως ότου επανέλθει στην Πάτρα το έτος 1964.

Η εργασία παρουσιάστηκε το Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019, στην Αθήνα, και εκρίθη με τον βαθμό ΑΡΙΣΤΑ (10) παμψηφεί για την απόκτηση του Μεταπτυχιακού Τίτλου «master στην Θεολογία».

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να βρουν την μελέτη στην ηλεκτρονική βάση του ΕΑΠ.

Περίληψη:

Η πρώτη επανακομιδή της Κάρας, στην Πάτρα, από το Ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη, όπου φυλασσόταν, γίνεται τον 10 αιώνα μ.Χ., επί αυτοκρατορίας Βασιλείου του Μακεδόνος. Στην πόλη των Πατρών παραμένει έως το 1460, οπότε ο Θωμάς Παλαιολόγος, τελευταίος βυζαντινός Άρχοντας, μετά την  κατάληψη της Πάτρας από τους Οθωμανούς, την αφαιρεί από το Ναό, όπου φυλασσόταν, και ταξιδεύει έως την Αγκώνα όπου τον υποδέχεται ο οικείος Επίσκοπος με αυτοκρατορικές τιμές, εποφθαλμιώντας ωστόσο ,τον «θησαυρό», που μετέφερε μαζί του. Το 1462 με λαμπρές τελετές, επί Πάπα Πίου του Β, το λείψανο παραδίδεται από τον Θωμά και έκτοτε φυλασσόταν στην Ρώμη, στο Ναό του Αγίου Πέτρου. Ο Πάπας, τότε, επί τη παραλαβή του ιερού λειψάνου, είχε δώσει υπόσχεση αφενός μεν ότι θα βοηθήσει για την απελευθέρωση του υπόδουλου γένους, αφετέρου δε ότι η Κάρα θα επιστραφεί, όταν οι καιροί θα το επιτρέψουν.

Έκτοτε πέρασαν πέντε αιώνες και το ερώτημα που τίθεται είναι: γιατί άργησε τόσο πολύ η πραγματοποίηση της εκπλήρωσης της υπόσχεσης; Στην μελέτη διαπιστώνουμε ότι οι ποικίλες έριδες και η υπεροψία που είχε επικρατήσει ανάμεσα στους χριστιανούς, λειτούργησαν ανασχετικά, σβήνοντας τον πόθο τον οποίο σίγουρα θα είχε μια μερίδα ανθρώπων. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο έτος 1962, έτος κατά το οποίον, ο ευκλεής πολίτης των Πατρών, Ηλίας Μπογδανόπουλος, μπόλιασε στο μυαλό των αρχόντων της πόλης, Εκκλησιαστικών και Πολιτικών, την ιδέα ότι η Κάρα πρέπει να επιστρέψει στο λίκνο του Πρωτοκλήτου.

Ο Ηλίας Μπογδανόπουλος ως δικηγόρος, λόγιος, γλωσσομαθής, συνθέτης βυζαντινής μουσικής, ηργάσθη με όλες τις δυνάμεις του έως ότου δικαιωθεί. Ο ίδιος λοιπόν είχε αναλάβει την αλληλογραφία, ως σύνδεσμος μεταξύ Πάτρας-Ρώμης-Βατικανού, εφόσον ο τότε δήμαρχος Νίκος Βέτσος, είχε εκτιμήσει τη λογιοσύνη και το ήθος του, εν γένει, και του είχε αναθέσει την διεκπεραίωση της αλληλογραφίας. Κατόπιν διαπραγματεύσεων δύο ετών, με επιμονή, υπομονή και προσήλωση στο στόχο, ο Ηλίας Μπογδανόπουλος κατάφερε να πείσει, ότι η  Κάρα ανήκει και πρέπει να επιστρέψει στην Πάτρα, όπως και έγινε στις 26 Σεπτεμβρίου του 1964.

Όμως, η δημιουργική φύση του Ηλία Μπογδανόπουλου δεν επαναπαύεται με την επίτευξη του στόχου της επανακομιδής. Τα επόμενα 14 έτη που έμελλε να ζήσει, αφιερώθηκαν από τον ίδιο στην γνωστοποίηση του γεγονότος και στη δημιουργική καλλιτεχνική διαδικασία, με σκοπό την εξύμνηση και ανάδειξη του έργου του Πρωτοκλήτου. Στο ανέκδοτο αρχείο των επιστολών του βρέθηκε ένας θησαυρός λόγου απευθυνόμενος σε σημαντικούς αποδέκτες μέσω της αλληλογραφίας του. Επιστολές με βυζαντινό τρόπο γραφής προς το Βατικανό με αποδέκτες αρχικά τον Πάπα Ιωάννη ΚΓ’ και στη συνέχεια τον Πάπα Παύλο ΣΤ’. Επιστολές προς τον Πατριάρχη Αθηναγόρα, προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, προς τον Αρχιεπίσκοπο Βορείου και Νοτίου Αμερικής Ιάκωβο, προς τον Αρχιεπίσκοπο και Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Μακάριο, προς τον μεγάλο Έλληνα ζωγράφο Φώτη Κόντογλου, προς τον καθηγητή Παναγιώτη Τρεμπέλα, προς τον ακαδημαϊκό Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα, προς το σύνολο των Μητροπολιτών της Ελλαδικής Εκκλησίας, Καθηγητές Πανεπιστημίου κ.α. άτομα και φορείς.

Επίσης, το υμνογραφικό έργο του υπερβαίνει τη σύνθεση των 900 ύμνων, αφορμής δοθείσης από την παλλινόστηση της Τιμίας Κάρας. Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, καθώς επίσης και για το εξαιρετικό ήθος του, τιμήθηκε από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως με το οφφίκιο του Άρχοντος Υμνογράφου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Επίσης τιμήθηκε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος και από τον τότε Μητροπολίτη της Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών, Κωνσταντίνο.