Η προσωποποίηση της βαθιάς πίστης, της δύναμης ψυχής. Ο άνθρωπος που, πολλά χρόνια πριν, έκανε πράξη το περίφημο σλόγκαν «nothing is impossible». Ενας θρυλικός αρσιβαρίστας κι ένας μυθικός παλαιστής!  Στα 22 του χρόνια σήκωσε 142 κιλά και έγινε Ολυμπιονίκης, κάνοντας παγκόσμιο ρεκόρ. Κι από κει, άρχισε η φρενήρης πορεία του. Γεννήθηκε το 1889 στην Πάτρα. Στο σχολείο ήταν «ντουβάρι», όπως έγραψε ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του, που δημοσίευσε η εφημερίδα «Εμπρός» το 1953.

Είναι απίστευτο το πώς ξεκίνησε η καριέρα του και ακόμα πιο απίστευτο το πώς απογειώθηκε. Από ένα ατύχημα, σε ηλικία 12 ετών, που κόντεψε να του στοιχίσει το χέρι του. Κάθε μέρα πήγαινε στον σιδηροδρομικό σταθμό του Αγίου Διονυσίου Πατρών, όπου παρακολουθούσε τους εργάτες να ξεφορτώνουν εμπορεύματα στα βαγόνια του τρένου και να τα φορτώνουν στα κάρα. Κάποια μέρα η μηχανή ξεκίνησε απότομα σφυρίζοντας, τρομάζοντας το άλογο ενός κάρου. Το άλογο αφηνίασε και άρχισε να τρέχει προς το μέρος του, με αποτέλεσμα να τον παρασύρει με απίστευτη δύναμη! Υπάρχουν κι άλλες μαρτυρίες που αναφέρουν ότι μετά το άλογο, έπεσε πάνω του και βαγονάκι  τρένου που ερχόταν σαν τρέιλερ!

Το χέρι του έγινε κομμάτια! Μεταφέρθηκε στην κλινική κι εκεί οι γιατροί διαπίστωσαν ότι το δεξί του χέρι είχε συντριβεί, λέγοντας πώς έπρεπε να το κόψουν για να ζήσει. Ωστόσο ο πατέρας του αρνήθηκε. Με  γυμναστική, με κωπηλασία και με δύναμη ψυχής, άρχισε να ανακτά τις δυνάμεις του. Ο πιτσιρικάς, επιδεικνύοντας απίστευτη θέληση, κατάφερε να ξανακάνει το χέρι του λειτουργικό, αν και το ατύχημα τού είχε αφήσει μόνιμο κουσούρι: το δεξί του χέρι ήταν πια μικρότερο από το άλλο...

Ο μικρός Δημήτρης πέρναγε πολύ χρόνο στις αποθήκες σταφίδας του πατέρα του, παρακολουθώντας τους εργάτες να σηκώνουν διάφορα «ζύγια» που τα έβαζαν στις πλάστιγγες για να ζυγίζουν τα τσουβάλια της σταφίδας. Με τα «ζύγια» αυτά ο μικρός έκανε ασκήσεις και σε ηλικία 14 χρόνων, κατόρθωσε να σηκώνει τα ίδια βάρη που σήκωναν οι εργάτες των τριάντα χρόνων. Σε ηλικία 16 ετών ο Δημήτρης Τόφαλος ζύγιζε ήδη 102 κιλά. Τρεις μήνες αργότερα στο Στάδιο της Πάτρας διεξάγονταν οι Α’ Πανελλήνιοι αγώνες του 1901. Ο Δημήτρης Τόφαλος έλαβε μέρος στο αγώνισμα της άρσης βαρών, όπου ήρθε 2ος. Τον Απρίλιο του 1906 πήρε μέρος στην Μεσολυμπιάδα της Αθήνας, όπου κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στην άρση βαρών.


Στους επόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1908 στο Λονδίνο, το αγώνισμα της άρσης βαρών βγήκε από τη λίστα των αγωνισμάτων.  

Ο Τόφαλος αποφάσισε ν’ αλλάξει αγώνισμα! Τον κέρδισε το κατς και έφυγε για την Αμερική. Στην Αμερική έκανε θαύματα, κατακτώντας 251 έπαθλα. Εισέβαλε δυναμικά στην αθλητική σόου μπιζ της Αμερικής, που είχε απ’ όλα τα καλά. Το ομολόγησε και ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του: «Δεν σας κρύβω πως η δίψα της δόξας και του χρήματος με τραβούσαν. Έλαβα μέρος σε μεγάλα Ιπποδρόμια και σε θιάσους ποικιλιών από τους καλύτερους του κόσμου». 

Θα μείνει για πάντα στην ιστορία ο αξέχαστος αγώνας με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Φρανκ Γκοτζ, όταν ο αντίπαλος του τού έσπασε το χέρι και ο Τόφαλος σφάδαζε από τους πόνους, αλλά έμεινε στον αγώνα. Μπορεί το πείσμα του να του κόστισε 3 μήνες στο νοσοκομείο, ωστόσο το όνομά του ταξίδεψε αστραπιαία στους κύκλους της Αμερικής.

Υπάρχει και μια ακόμα πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή της ζωής του: Ο Τόφαλος ήταν και επίσημος κατάσκοπος! Στα προπολεμικά χρόνια το Γενικό Επιτελείο Στρατού του ανέθεσε μυστικές αποστολές στην Τουρκία και την Ιταλία υπέρ της πατρίδας του.

Το 1952, διάσημος πλέον, επέστρεψε στην Πάτρα. Είχε και πολλές κατακτήσεις στο γυναικείο πληθυσμό, αλλά μόνο μία τον ανάγκασε να πάρει τη γαμήλια απόφαση. Μία πρωταγωνίστρια του ελληνικού θεάτρου, που τ’ όνομα της κρατήθηκε μυστικό. Στο παρά πέντε, ο κολλητός του, ο Γιώργος Σουρής, τον έψησε να μην παντρευτεί.

Ο Δημήτρης Τόφαλος άφησε την τελευταία του πνοή στην Πάτρα στις 15 Νοεμβρίου 1966, σε ηλικία 82 ετών από πνευμονικό οίδημα.

Η «στιγμή» που δεν μπορούσε να ξεχάσει ποτέ, όπως έλεγε ο ίδιος: η μέρα, το 1906, που πάνω από 6.000 Πατρινοί τον υποδέχτηκαν ως Ολυμπιονίκη στον ίδιο σιδηροδρομικό σταθμό που 12 χρόνια νωρίτερα είχε δει το δεξί χέρι του να διαλύεται σ’ εκείνο το ατύχημα που τελικά σημάδεψε τη ζωή του και τη μοίρα του.