Που θέλουν να δουν από κοντά τόπους μαρτυρίου, όχι για να αποτίσουν φόρο τιμής αλλά για να περιεργαστούν από νοσηρή και μόνο περιέργεια τον τόπο της καταστροφής. Πηγαίνουν σε μέρη που μπορεί να κινδυνεύσουν και οι ίδιοι, ή να θέσουν σε κίνδυνο την ζωή άλλων. Και τελευταία η μόδα των επισκέψεων σε περιοχές «θανάτου» έχει γίνει μάστιγα.

Οι «Disaster selfie» όπως τις αποκαλούν έχει γίνει μόδα χωρίς αναστολές και ενοχές. Οι selfie καταστροφής έχουν βγει βαθιά μέσα στη ζούγκλα του Μπαλί, στο νεκροταφείο Τρουνιάν όπου οι νεκροί αναπαύονται σε κλουβιά από μπαμπού και μπορεί κανείς να τους αγγίξει.

Επίσης, στον θερμοπυρηνικό σταθμό του Τσέρνομπιλ στην Ουκρανία, ιδιαίτερα μετά την τηλεοπτική σειρά της HBO που προκάλεσε αίσθηση.

Στον Πύργο Grenfell στο Λονδίνο, ο οποίος καταστράφηκε από πυρκαγιά με δεκάδες νεκρούς.

Σε αυτούς τους τόπους – και σε παρόμοιους – συρρέουν τουρίστες και, μετά μανίας, επιδίδονται στο προσφιλές σπορ των τουριστών σήμερα: να βγάζουν selfie.

Ο «σκοτεινός τουρισμός» ανέκαθεν ήταν δημοφιλής σε όσους έχουν ιδιόμορφα γούστα, αλλά η εξάπλωση της χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης γέννησε ένα άλλο «τέρας»: τη «disaster selfie», όπως χαρακτηρίζεται πια. «Ο κόσμος αποκτά έναν βαθμό κοινωνικής αξιοπιστίας με αυτό γιατί δείχνει ότι ο εικονιζόμενος σπρώχνει τον εαυτό του στα όρια κατά τρόπον που, τυπικά, δεν κάνουμε οι υπόλοιποι» εξηγεί η κοινωνική επιστήμων Karen Correia da Dilva της εταιρείας συμβούλων Canvas8.

Γοητευμένη από μέρη τα οποία είναι συνδεδεμένα με πόλεμο και καταστροφή, και έχοντας ήδη επισκεφθεί τη Δουνκέρκη, το Άουσβιτς και άλλα παρόμοια, η Fiona Barnes – η οποία αυτοπροσδιορίζεται ως «history nerd» – επιμένει ότι «αυτά είναι μέρη για βουβό στοχασμό. Πρέπει να πηγαίνεις εκεί για τους σωστούς λόγους, αντί να πηγαίνεις επειδή είναι στη μόδα. Αυτοί δεν είναι προορισμοί διακοπών, με πολλές διασκεδαστικές δραστηριότητες».

Ο YouTuber, Logan Paul, πέρυσι ανήρτησε βίντεο με τον εαυτό του και φίλους να χασκογελούν καθώς, στο δάσος Αοκιγκάχαρα στην Ιαπωνία, περνούσαν μπροστά από ένα δέντρο στο οποίο ένας απελπισμένος είχε κρεμαστεί.

«Προσπαθούμε να εκπαιδεύσουμε τον κόσμο και να τους θυμίζουμε ότι αυτός είναι τόπος καταστροφής και μέρος θλιβερό για τους Ουκρανούς, αλλά είναι η δική τους ηθική επιλογή – αν θέλουν να τραβήξουν selfie, δεν μπορούμε να τους εμποδίσουμε» λέει ο Sergii Ivanchuck, ιδρυτής του ουκρανικού γραφείου περιηγήσεων SoloEast, το οποίο διοργανώνει επισκέψεις στο Τσέρνομπιλ.

«Σε ψυχολογικό επίπεδο, όταν ο κόσμος φοβάται εκλύεται ντοπαμίνη στον εγκέφαλο. Κατά συνέπεια, όταν ο κόσμος βιώνει, κατά ομάδες, εμπειρία “σκοτεινού τουρισμού” δημιουργείται δεσμός μεταξύ τους γιατί όλοι εκλύουν ταυτόχρονα ντοπαμίνη» θυμίζει η Correia da Dilva.

Σε άρθρο με τίτλο «Dark Tourism, Heterotopias and Post-Apocalyptic Places: The Case of Chernobyl», που έγραψε το 2013, ο Philip Stone, εκτελεστικός διευθυντής του Institute for Dark Tourism Research, υποστηρίζει ότι η έλξη που ασκεί το Τσέρνομπιλ και άλλοι προορισμοί «σκοτεινού τουρισμού» έγκειται «στις αντιπαραθέσεις του πραγματικού και οικείου με το σουρεαλιστικό και ξένο», κάτι το οποίο επιτρέπει στους τουρίστες «να καταναλώσουν όχι μόνον μια αίσθηση τραγικής ομορφιάς και αμηχανίας αλλά και μια αίσθηση ανησυχίας και ακατανοησίας σε ένα μέρος που έχει πετρώσει και στο οποίο καθρεφτίζεται ο δικός μας κόσμος».

«Είναι πολύ πιο εύκολο να καταναλώσεις κάτι το οποίο αισθάνεσαι ότι έχει τελειώσει» βεβαιώνει η Correia da Dilva, «κάτι το οποίο δεν είναι μια κρίση πιεστική. Μπορείς να πας στο Τσέρνομπιλ ξέροντας ότι έχει ήδη συμβεί – δεν απαιτείται από σένα τίποτ’ άλλο εκτός από το να καταναλώσεις το γεγονός ότι κάτι τρομερό συνέβη».