«Τον πρώτο καιρό ο διάκος ήταν χωρίς μαλώματα και φωνές, πιστέψαμε πως μαζί του θα περνούσαμε ζάχαρη. Το πράγμα άρχισε να στραβώνει από την Τρίτη γυμνασίου, το αρνί μέρα με τη μέρα γινόταν λύκος. Ο διευθυντής του ‘χε δώσει ελεύθερο να κάνει ό,τι θέλει. Τι σήμαινε αυτό; Τιμωρούσε όποιον γούσταρε, μας κρατούσε περισσότερη ώρα και στην πρωινή και στη βραδινή προσευχή, κανόνιζε τι θα φάμε τις μέρες της νηστείας, δηλαδή να πεθαίνεις της πείνας, τις Κυριακές μας σήκωνε πρωί πρωί για τον εκκλησιασμό και τη μία ώρα για έξοδο την είχε κάνει πενήντα λεπτά.»
Ακρίβος, Κ. (2018). Γάλα μαγνησίας, Αθήνα: Μεταίχμιο, σελ. 26
Από τα πιο ωραία βιβλία που διάβασα -μέχρι τώρα- φέτος το καλοκαίρι είναι το «Γάλα μαγνησίας» του Κώστα Ακρίβου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Το «Γάλα μαγνησίας» ανήκει στα μυθιστορήματα ηλικιακής μετάβασης. Μια παρέα αγοριών μεγαλώνει εσώκλειστη σε ένα εκκλησιαστικό οικοτροφείο του Βόλου στη δεκαετία του ’70. Παιδιά που παίζουν, γελούν, ονειρεύονται, μαλώνουν, ερωτεύονται, ώσπου ένα τραγικό συμβάν ταράζει τις ζωές τους και στοιχειώνει τις μνήμες τους ακόμα και χρόνια μετά.
Το «Γάλα μαγνησίας» κατάφερε να με καθηλώσει από τις πρώτες κιόλας τρεις σελίδες. Με το που το έπιασα στα χέρια μου και άρχισα να το διαβάζω, δεν ήθελα να κάνω τίποτε άλλο· παρά μόνο να γυρνάω τις σελίδες για να δω τι θα γίνει παρακάτω.
Το μυθιστόρημα αυτό με έκανε να σκεφτώ πόσο δύσκολα μεγαλώνει κανείς μακριά από την οικογένειά του. Για τους κεντρικούς ήρωες του βιβλίου τίποτε δεν είναι δεδομένο. Τίποτε δεν τους δίνεται εύκολα. Όλα πρέπει να τα κερδίσουν και να τα διεκδικήσουν.
Ακόμη και την ευτυχία τους.
Τελικά, θα τα καταφέρουν;
Ένα βιβλίο που εξετάζει το χρονικό ενός πνιγμού, ενώ παράλληλα ξετυλίγει τον μύθο από την αρχή του κακού.
Ένα βιβλίο βαθιά σκοτεινό μα και τόσο χιουμοριστικό.
Διαβάστε το.

Φοράω πυτζάμες και κάλτσες. Δεν έχω καμία σχέση με τις φωτό προφίλ. Η ομορφιά στο σπίτι είναι μύθος. Είμαι πυτζαμόβια, σέρφερ και γραφιάς μερικών σειρών. Πάνω στην κοιλιά μου στηρίζω τον καλύτερο μου φίλο τον Λάπι Τοπ. Περνώ τα βράδια μου φτιάχνοντας φυλλάδια, διορθώνοντας ασκήσεις και ακούγοντας ό,τι μου πει ο Γιου Τιούμπ. Όταν πια γλαρώνουν τα μάτια μου λέω ένα γεια στον Λάπι Τοπ χαϊδεύοντας τη ράχη του. Αυτές τις μέρες, που ζούμε την εποχή των καθυστερημένων παγετώνων που μπήκαν στο φούρνο μικροκυμάτων, ο ζεστός αέρας του φίλου μου Λάπι Τοπ ζεσταίνει την πατσοκοιλιά μου και χαίρομαι γι΄ αυτό. Σκέφτομαι πως είμαι στην παραλία. Τα παγωμένα μου ακροδάχτυλα μου θυμίζουν που βρίσκομαι 10sec.
1,2,3, . . . 10.Δέκατα δεν έχω. Εδώ μένω. Στο εδώ και στο τώρα. Γιατί η συνήθεια είναι δρόμος παλιός.Της καληνύχτας τα ψυχρά εδώ τ΄ αφήνω.


