Έχουν περάσει 29 ολόκληρα χρόνια από την ημέρα που η ταινία Pretty Woman έκανε την πρεμιέρα της στους κινηματογράφους των ΗΠΑ, με την νεαρή Τζούλια Ρόμπερτς να εκτοξεύεται στο χρηματιστήριο του Χόλιγουντ μέσα από τον ρόλο της Βίβιαν.

Η νεαρή κοπέλα που οδηγείται από την ανέχεια στο πεζοδρόμιο και την πορνεία, συναντά στην πρώτη της πιάτσα έναν γοητευτικό άνδρα – τον Ρίτσαρντ Γκιρ - ο οποίος την ερωτεύεται και το παραμύθι ξεκινά. Ενα παραμύθι με τίτλο Pretty Woman που φυσικά είχε την ευτυχή κατάληξη του πρίγκιπα που μένει μαζί με την αγαπημένη του. Οπως όμως φαίνεται, το σενάριο της ταινίας ήταν πολύ πιο σκοτεινό και στενόχωρο από αυτό που τελικά είδαμε στις οθόνες μας.

Όταν το “$3000” έγινε Pretty Woman

Η Τζούλια Ρόμπερτς μίλησε την περασμένη εβδομάδα στο περιοδικό Variety και την συνάδελφό της Πατρίσια Αρκέτ για εκείνο το πρώτο, σκοτεινό σενάριο του Prety Woman που δεν έφτασε ποτέ στις κινηματογραφικές αίθουσες. «Μια από τις πρώτες μου οντισιόν ήταν για μια ταινία με τίτλο, “$3000”. Αυτό που δεν γνωρίζει ο πολύς κόσμος είναι πως το “$3000” ήταν το αρχικό σενάριο για το Pretty Woman. Και εκείνη η ταινία ήταν πολύ σκοτεινή και είχε ένα πολύ “χαρούμενο” τέλος» διαπιστώνει η Αρκέτ με την Ρόμπερτς να αποκαλύπτει το εναλλακτικό φινάλε.

«Την πετούσε έξω από το αυτοκίνητο, από όσα θυμάμαι, της πετούσε και τα λεφτά και έφευγε αφήνοντάς την σε ένα σκοτεινό σοκάκι» αναφέρει η Τζούλια Ρόμπερτς για το φινάλε του αρχικού σεναρίου που δεν περιελάμβανε χαμόγελα και φιλιά στο φως του ήλιου (και στην πίσω σκάλα της υπηρεσίας), όπως στην ταινία του 1990. Τα χρήματα άλλωστε, 3000 δολάρια, που της πετούσε κατάμουτρα ήταν και ο λόγος που ο αρχικός τίτλος της ταινίας ήταν "$3000".

Στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, ένας νεαρός σεναριογράφος ονόματι Τζέι Εφ Λόουτον, δυσκολευόταν να διεισδύσει με τα έργα του, στον χώρο του κινηματογράφου. Είχε δοκιμάσει την τύχη του στα «σιγουράκια» της εποχής, κωμωδίες ή φιλμ πολεμικών τεχνών (που ήταν τεράστια μόδα εκείνη την εποχή) χωρίς όμως αποτέλεσμα. Αποφάσισε λοιπόν να γράψει ένα πιο σκοτεινό, πεσιμιστικό σενάριο για τον κόσμο του Χρηματιστηρίου και της Γουόλ Στριτ.

«Ήμουν άνεργος και προσπαθούσα να πουλήσω τα σενάριά μου, ωστόσο δεν είχα καμιά τύχη με κωμωδίες ή ταινίες με θέμα τις πολεμικές τέχνες» θυμάται ο Λόουτον που αποφάσισε να γράψει μια δραματική ταινία.

Το “$3000” πήρε το δρόμο της κινηματογραφικής παραγωγής και η νεαρή τότε Τζούλια Ρόμπερτς υπέγραψε για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. «Πήρα εκείνη τη δουλειά, τον ρόλο για το “$3000”. Δεν είχα δουλειά σε μια τέτοια ταινία, πραγματικά» εκτιμά σήμερα η βραβευμένη με Όσκαρ ηθοποιός. «Παίρνω τον ρόλο, το στούντιο που έχει τα δικαιώματα για την ταινία αποσύρεται και μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο μένω χωρίς δουλειά» συνεχίζει η Τζούλια Ρόμπερτς.

Η εταιρία παραγωγής έκανε πίσω κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, όμως κάποιοι από τους επιμέρους παραγωγούς επέμειναν. «Ένας παραγωγός κράτησε το σενάριο και πήγε με αυτό στην Disney. Και σκέφτηκα “πήγε στη Disney; Τι θα κάνουν, ταινία κινουμένων σχεδίων;”» αναφέρει σήμερα η Τζούλια Ρόμπερτς.

Ο νέος σκηνοθέτης και η γέννηση του Pretty Woman

Ο σκηνοθέτης, Γκάρι Μάρσαλ που ανέλαβε από την αρχή την ταινία, ως μέρος της Disney πια, αναζήτησε την Τζούλια Ρόμπερτς. Όπως της είπε τότε, θεώρησε σωστό να συζητήσει πρώτα μαζί της, εφόσον ήταν εκείνη που είχε τον ρόλο στην αρχική παραγωγή. «Άλλαξαν τα πάντα και έγινε κάτι πιο κοντά σε εμένα από ότι ήταν αρχικά» αναφέρει η ηθοποιός.

Φυσικά, το τελικό αποτέλεσμα που είχε σαφέστατα πιο κωμικό και ρομαντικό χαρακτήρα και σε κάθε περίπτωση ένα χάπι εντ δεν ήταν αυτό που είχε στο μυαλό του ο σεναριογράφος. Παρόλα αυτά, όπως διαβάζουμε σε παλιότερο δημοσίευμα, στο πρωτότυπο σενάριο υπήρχαν οι κλασικές σκηνές: Ο ενθουσιασμός της Βίβιαν καθώς παρακολουθούσε την όπερα από το μπαλκόνι μέσα στην αστραφτερή κόκκινη τουαλέτα της ή το δείπνο σε πολυτελές εστιατόριο. Ακόμη και η κλασική σκηνή με την αγενή πωλήτρια που αρνείται να την εξυπηρετήσει. Αλλωστε, οι χαρακτήρες στο “$3000” ήταν σε γενικές γραμμές εκείνοι που γνωρίσαμε σε μια από τις πιο διάσημες και ίσως την εμπορικότερη ρομαντική κομεντί των τελευταίων 30 χρόνων.