Σε αντίθεση με τη στερεότυπη αντίληψη, η μοναξιά δεν αφορά μόνο τους ηλικιωμένους.

Μια νέα επιστημονική μελέτη από το πανεπιστήμιο California San Diego διαπιστώνει ότι η μοναξιά είναι πιο συχνή από όσο νομίζουμε.

Στη μελέτη μετείχαν 340 άνθρωποι από 27 έως 101 ετών. «Σε ποσοστό 76% ανέφεραν από ήπια έως και πολύ έντονα αισθήματα μοναξιάς», δήλωσε επικεφαλής της έρευνας, καθηγητής Ψυχιατρικής, Dilip Jeste,.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματά του, η μοναξιά είναι πιο έντονη στα τέλη της δεύτερης δεκαετίας της ζωής, στα 50 και μετά τα 80.
Ο Jeste χρησιμοποίησε τρεις κλίμακες εκτίμησης της μοναξιάς: Οι συμμετέχοντες ρωτήθηκαν πόσο συχνά ένιωθαν απομονωμένοι από το περιβάλλον τους.

Όταν διαπίστωσε ότι το συνολικό ποσοστό όσων ένιωθαν απομονωμένοι έφτασε το 76%, εξεπλάγη. Ωστόσο, το ποσοστό έντονης μοναξιάς ήταν περίπου 22%, όπως αναφέρει το onmed.

Οι ηλικίες «κορύφωσης» της μοναξιάς εξηγούνται ως εξής: Όταν πλησιάζουν στα 30, οι άνθρωποι προσπαθούν να βρουν το δρόμο τους, προσωπικά και επαγγελματικά, γεγονός που σε κάποιους μπορεί να οδηγήσει σε απομόνωση.

Στα 50, συμβαίνει αυτό που έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε κρίση μέσης ηλικίας, η οποία για πολλούς μπορεί να σημαίνει μοναξιά.

Στα 80, οι άνθρωποι βλέπουν συγγενείς και φίλους να φεύγουν από τη ζωή, τα παιδιά τους να ζουν μακριά και τους εαυτούς τους να απομονώνονται κάθε μέρα και περισσότερο.

Ο Jeste και η ομάδα του διαπίστωσαν ακόμη πως όσοι ένιωθαν εντονότερη μοναξιά ήταν λιγότερο αισιόδοξοι ενώ η συνολική τους διανοητική κατάσταση κρίθηκε χειρότερη από όσους δεν ένιωθαν μοναξιά.

Με βάση αυτή την παρατήρηση, η επιστημονική ομάδα αναφέρει πως η ανάπτυξη αντανακλαστικών, η ευκολία στη λήψη αποφάσεων και στην αποδοχή διαφορετικών απόψεων μπορούν να «θωρακίσουν» ένα άτομο απέναντι στη μοναξιά.

Ένα ακόμη «όπλο» είναι, σύμφωνα με αυτή αλλά και άλλες μελέτες, το να μιλάει κανείς ανοιχτά για τη μοναξιά του. Μάλιστα, οι επιστήμονες εντάσσουν σε αυτή τη διαδικασία ακόμη και το να μοιράζεται κανείς την εμπειρία του μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα!