Η νουβέλα «Ο γέρος και η θάλασσα» θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και για πολλούς, το καλύτερο βιβλίο του Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Αφηγείται την ιστορία ενός ηλικιωμένου κουβανού ψαρά, του Σαντιάγο, ο οποίος μετά από 84 ημέρες άκαρπων προσπαθειών καταφέρνει να πιάσει έναν τεράστιο ξιφία. Για δυο μερόνυχτα, ο ξιφίας τον παρασέρνει όλο και πιο μακριά από τις ακτές της Αβάνας. Ο Σαντιάγο είναι άυπνος, έχει ματωμένα χέρια, πεθαίνει από την πείνα, αλλά δεν παραδίδει τη μάχη. «Με σκοτώνεις, ψάρι», λέει. 

«Μα έχεις κι εσύ το δίκιο σου. Ποτέ μου δεν είδα πιο μεγάλο, πιο όμορφο, πιο ήρεμο και πιο ευγενικό πράγμα από σένα». Στο τέλος της δεύτερης μέρας, το ψάρι νικιέται, αλλά είναι πολύ μεγάλο, ζυγίζει σχεδόν έναν τόνο, για να καταφέρει ο γέρος να το ανεβάσει στη βάρκα του. Τελικά το δένει στο πλάι και ξεκινάει για την Αβάνα. Κι εδώ τελειώνει το νικηφόρο μέρος της ιστορίας.

Σε πρώτο επίπεδο, «Ο γέρος και η θάλασσα» κυριαρχείται από την προσπάθεια του ανθρώπου να υποτάξει τη φύση. Όμως στην ουσία, η νουβέλα του Χέμινγουεϊ είναι μια αλληγορία, έντονη και διαυγής στην επιφάνεια, αλλά περίπλοκη και πολυστρωματική σε βάθος. Με απλές λέξεις, ζωντανές εικόνες και κλιμακούμενη πλοκή, ο συγγραφέας καταφέρνει να κάνει τον αναγνώστη συμμέτοχο σ’ έναν επίπονο αγώνα που δεν έχει να κάνει μόνο με την επιβίωση, αλλά και με την αναζήτηση της αξιοπρέπειας. Αυτά τα δυο μερόνυχτα στον ωκεανό, ο γέρος ξορκίζει τον θάνατο, τον προκαλεί, αναμετράται μαζί του κι έστω και πρόσκαιρα, τον νικάει. Μπορεί κι αναγνωρίζει τον εαυτό του σ’ εκείνο το ψάρι, που όσο του αντιστέκεται, τόσο κερδίζει τον σεβασμό του. Σημασία για τον γέρο έχει μόνο αυτή η μοναχική μάχη. Γιατί ο Σαντιάγο έχει μάθει να ζει σαν ήρωας. Παλεύει με όλες του τις δυνάμεις ακόμα κι αν αγώνας είναι χαμένος εξαρχής. Και δεν σταματάει να ελπίζει. Γιατί «ο άνθρωπος καταστρέφεται, όμως ποτέ δεν νικιέται». Στο καθαρά τεχνικό κομμάτι το γνήσιο λεξιλόγιο και η κρυστάλλινη περιγραφή, μπολιάζεται από ανάπαυλες εσωτερικών μονολόγων και σπάνιων φιλοσοφικών αναζητήσεων, χωρίς ποτέ να αναρωτιέσαι αν αυτά τα λέει όντως ένας απλός ψαράς. Η σοφία του Σαντιάγο είναι κατά κάποιον τρόπο η σοφία του Ζορμπά. Έντονα προσωπική μα ιδιαίτερα ελκυστική. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα ψυχογραφικό κείμενο, με πυκνά νοήματα κατά διαστήματα χωρίς να απουσιάζουν οι δραματικές ενέσεις γέλιου, αισθήματος και ξαφνιάσματος.

Ο Μιχάλης Σμυρλής έστησε μία εξαιρετική παράσταση, όπου όλα τα παραπάνω συναισθήματα αναδύονται ιδιοφυώς και με ακρίβεια. Η σκηνοθεσία του ήταν ακέραιη, επάνω στο κείμενο, με προσοχή στις λεπτομέρειες, ατμοσφαιρική, εύρυθμη και ιδιαίτερα ζωντανή, επιτυγχάνοντας μια συνοχή, ώστε η ροή της αφήγησης να κυλά απρόσκοπτα. Η κινησιολογία ήταν προσεκτικά σχεδιασμένη κι εξέφρασε εύστοχα την εκάστοτε ψυχολογική κατάσταση του ήρωα. Μέσα από τον ελλειπτικό φωτισμό, ο οποίος απεκάλυπτε ή έκρυβε τις φιγούρες δίνοντάς τους μια «άυλη» υπόσταση, αλλά και το λιτό και ταυτόχρονα ατμοσφαιρικό σκηνικό - στο οποίο δεσπόζει η εκπληκτική κατασκευή της υπερυψωμένης βάρκας - δημιούργησε δύο διαφορετικά επίπεδα δράσης: αυτό της πραγματικότητας και αυτό της μνήμης ή της φαντασίας. Τέλος, η μουσική αποτέλεσε κι αυτή βασικό στοιχείο της παράστασης, καθώς δημιούργησε την κατάλληλη ηχητική ατμόσφαιρα.

Και βέβαια, ο Μιχάλης Σμυρλής, ένας μοναδικός ηθοποιός, συγκινεί και μαγνητίζει, ερμηνεύοντας με το σώμα, τα μάτια και τη φωνή. Κατάφερε να φτιάξει ένα μοναδικό κόσμο αφήγησης και υποκριτικής, σκιαγραφώντας με χιούμορ και γλαφυρότητα τον ρόλο του, ισορροπώντας επιδέξια ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό. Ο ηθοποιός είχε να αντιμετωπίσει από τη μια ένα μακροσκελή μονόλογο -το δυσκολότερο είδος- και από την άλλη να εκφέρει έναν λόγο με έντονη λογοτεχνικότητα, κοφτό, αιχμηρό και ανεπιτήδευτο. Απέφυγε επιτυχώς τον σκόπελο των συναισθηματικών εξάρσεων και τον μελοδραματισμό και δημιούργησε μικρές εστίες δράσης, προσφέροντας μια  πολυεπίπεδη ερμηνεία. Μαζί του στην σκηνή – και κάτω από τηn βάρκα - ήταν ο εκφραστικότατος Μίλτος Σπυρόπουλος, παίζοντας συμβολικά το αντίπαλο δέος του ψαρά.

Συμπερασματικά, πρόκειται για μια παράσταση που σου δημιουργεί ερωτήματα για το ποσό εύκολο ή δύσκολο είναι να κυνηγήσει ο κάθε άνθρωπος τα όνειρα του και να τα εκπληρώσει καθώς όμως και την πιθανότητα, να μην τα καταφέρει να τα κρατήσει, ακόμα κι αν τα άγγιξε. Μια από τις καλύτερες  Πατρινές παραστάσεις των τελευταίων ετών την οποία πρέπει να δείτε.

*Την παραγωγή της παράστασης έχει αναλάβει ο Πολυχώρος Πολιτισμού «ΜΗΧΑΝΟΥΡΓΕΙΟ». Την διεύθυνση του νέου αυτού θεατρικού χώρου έχουν ο Γεράσιμος Ντάβαρης (ηθοποιός και σκηνοθέτης) και η Μαρία Γκλάβα (ηθοποιός). Στις δύο θεατρικές σκηνές του κτιρίου αναμένεται να φιλοξενηθούν θεατρικές παραστάσεις, εκθέσεις, κινηματογραφικές προβολές καθώς και μαθήματα υποκριτικής.


Συντελεστές παράστασης:

Γέρος: Μιχάλης Σμυρλής 
Ο κάτω από την βάρκα: Μίλτος Σπυρόπουλος
Σκηνοθεσία-Θεατρική μεταφορά: Μιχάλης Σμυρλής
Σκηνικό: Μιχάλης Σμυρλής
Μουσική: Κλέων Ζησιμόπουλος, Αποστόλης Ψηλός
Φωτισμοί: Γεράσιμος Ντάβαρης
Ενδυματολόγος: Θοδώρα Τσούλου
Αφίσα: Κλέων Ζησιμόπουλος

«Μηχανουργείο» Πολυχώρος Πολιτισμού

Ευμήλου 2 (πίσω από το ναό του Αγίου Ανδρέου)

Εισιτήριο 10 ευρώ κανονικό, 8 ευρώ μειωμένο 
Τηλέφωνο επικοινωνίας 6982076570